











Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα αγόρι 10 χρονών, μελαχροινό και στρουμπουλό, με μια μύτη λεπτή και μεγάλη σαν του Πινόκιο.
Είχε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται οσμές από χιλιόμετρα μακριά και να ξεχωρίζει την ιδιότητά τους με μεγάλη ακρίβεια.
Την ικανότητα αυτή δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα οι συμμαθητές του, που τον κορόιδευαν με την πρώτη ευκαιρία.
Έτσι ο Πητ έγινε ντροπαλός και συνεσταλμένος και περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο του στο σπίτι με τους γονείς του.
Μετά από λίγα χρόνια, όταν τελείωσε το γυμνάσιο, τον πήρε ο μπαμπάς του μαζί του σ' ένα επαγγελματικό ταξίδι στο Παρίσι.
Έτυχε να δει ένα διαγωνισμό που διοργάνωνε η καλύτερη σχολή μαγειρικής της Γαλλίας, για την δωρεάν φοίτηση ενός μαθητή για 3 χρόνια.
Νικητής θα ήταν αυτός που θα έβρισκε τα πιο πολλά συστατικά από 5 φαγητά που θα του έδιναν να δοκιμάσει με κλειστά μάτια.
Αμέσως πήρε μέρος στο διαγωνισμό και συναγωνίστηκε μαζί με άλλους 2500 νέους για την πρώτη θέση.
Τα φαγητά έφταναν στους διαγωνιζόμενους το ένα μετά το άλλο, ώσπου ήρθε και η σειρά του Πητ.
Φυσικά όλοι οι υπόλοιποι συμμετέχοντες που ήταν γύρω του, ακόμη και οι ίδιοι οι κριτές, τον κοιτούσαν περιφρονητικά
και κρυφογέλαγαν με την ιδιαιτερότητα που είχε. Όλοι όμως ξαφνιάστηκαν όταν είδαν ότι ο Πητ ανακάλυπτε τα συστατικά των φαγητών,
με μεγάλη ακρίβεια, χωρίς καν να χρειαστεί να τα δοκιμάσει. Μόνο με τη μυρωδιά. Αυτό το γεγονός εξέπληξε τους πάντες
και του χάρισε την πρώτη θέση, προς απογοήτευση των ανταγωνιστών του.
Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του, ήταν τόσο ταλαντούχος και μελετηρός, που βραβεύτηκε με το χρυσό πτυχίο της σχολής
σε έναν μόνο χρόνο. Τα νέα για το ταλέντο του διαδόθηκαν σε όλη τη Γαλλία, με αποτέλεσμα να πιάσει αμέσως δουλειά,
στο καλύτερο εστιατόριο του Παρισιού, ως προσωπικός βοηθός του Ζαν Ζακ Ντεμί, ενός από τους καλύτερους Σεφ του κόσμου.
Η δημοσιότητα του ήταν μεγάλη, σε όλες τις εφημερίδες, τα περιοδικά και τα τηλεοπτικά κανάλια της πόλης.
Έτσι έμαθε γι' αυτόν ο Σουλτάνος Ελ Μαχντού Αλί, περιβόητος καλοφαγάς κι ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη.
Ο Σουλτάνος ήταν ο πιο μοχθηρός και τυραννικός άρχοντας της Ρεζουβίας στην Αραβία. Κυβερνούσε το εμιράτο του καταδυναστεύοντας
τους φτωχούς πολίτες, που ζούσαν μέσα στην φτώχια και την εξαθλίωση.
Ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στους σωματοφύλακες του και απήγαγαν τον δύστυχο Πητ, όπου και τον μετέφεραν αμέσως με ιδιωτικό
αεροπλάνο στο παλάτι του Χαλίφη.
Ο Πητ βρέθηκε δέσμιος στην υπόγεια κουζίνα του παλατιού, που ήταν φτιαγμένη από χρυσάφι και εξοπλισμένη με όλα τα χρυσά
μαγειρικά σκεύη και πιάτα διακοσμημένα με διαμάντια. Ο πλούτος που τον περιτριγύριζε ήταν αμύθητος.
Εκεί κάτω περνούσε όλη την μέρα του, υποχρεωμένος να ικανοποιεί όλες τις παράξενες γαστρονομικές επιθυμίες του ευτραφή βασιληά.
Ώσπου μια μέρα, από μια μικρή ρωγμή της γης δίπλα στο παλάτι, άρχισε να αναβλύζει σιγά σιγά πετρέλαιο.
Ακολούθησε ένα μικρό τράνταγμα της γης και αμέσως μετά ένας μεγαλύτερος σεισμός, όπου και απελεύθερωσε τεράστιες ποσότητες
πετρελαίου, που ξεπηδούσαν από τη γη σε μεγάλους πίδακες.
Ολόκληρο το παλάτι γκρεμίστηκε μονομιάς, καταπλακώνοντας τον μοχθηρό Χαλίφη και τους βάναυσους υπηκόους του.
Το μοναδικό μέρος του παλατιού που έμεινε ανέπαφο, ήταν η υπόγεια κουζίνα. Έτσι ο Πητ ελευθερώθηκε και οδήγησε τους βασανισμένους
κατοίκους της πόλης στο υπόγειο, όπου και μοιράστηκαν όλη την αμύθητη περιουσία του βασιληά.
Ελεύθεροι πια από τη δυναστεία του τύραννου κι έχοντας πλουτίσει από το χρυσάφι και το πετρέλαιο της περιοχής, έζησαν ευτυχισμένοι,
βοηθώντας και τους γειτονικούς λαούς να ξεφύγουν από τη φτώχια.
Ο Πητ νιώθοντας την ανάγκη να ξεφύγει από την κλεισούρα που βίωσε τον τελευταίο καιρό, άρχισε να ταξιδεύει σ'όλο τον κόσμο.
Σ' ένα από τα ταξίδια του βρέθηκε μπροστά σε μια καταστροφική πυρκαγιά ενός 7όροφου κτιρίου, που είχε σαν αποτέλεσμα και
την κατάρευσή του. Αφού οι πυροσβέστες έσβησαν τη φωτιά, άρχισαν να ψάχνουν στα χαλάσματα για τυχόν επιζώντες, ζητώντας και
τη βοήθεια του κόσμου. Τότε ήταν που ανακάλυψε ο Πητ πόσο χρήσιμο ήταν αυτό το ιδιαίτερο ταλέντο του.
Με την καταπληκτική του όσφρηση, αντιλήφθηκε τους επιζώντες που υπήρχαν κάτω από τόνους πέτρες, καταφέρνοντας να εντοπίσει
τον αριθμό τους και την ακριβή τους θέση, πιο γρήγορα και σωστά, ακόμη και από τα καλύτερα εκπαιδευμένα σκυλιά διασώστες
που υπήρχαν τριγύρω. Αμέσως έγινε διάσημος σ' όλο τον κόσμο και συνέχισε να ταξιδεύει και να προσφέρει πολύτιμη βοήθεια
σε όσους την είχαν ανάγκη.
Ζάργκον. Δράκος δίχως φλόγα
Μια φορά κι έναν καιρό στην κορυφή του ψηλότερου βουνού, ζούσε ο μεγαλύτερος δράκος της γης, ο Ζάργκον.
Παρά την επιβλητική και τρομακτική του όψη, ήταν πάντα μελαγχολικός και δυστυχισμένος. Το πρόβλημά του ήταν ότι δεν μπορούσε
να βγάλει φωτιά από το στόμα του. Δεν ήξερε πως να το κάνει αυτό. Καθόταν όλη μέρα και ατένιζε τα γύρω βουνά και τις πεδιάδες,
μη μπορώντας να τα επισκεφτεί από κοντά και να τα χαρεί. Ντρεπόταν πολύ να απομακρυνθεί από τη φωλιά του, γιατί δεν άντεχε
τα ειρωνικά σχόλια των υπολοίπων. Είχε ακουστά για τους πανέμορφους καταρράκτες με τα ορμητικά νερά, για τα ποτάμια και τα
ρυάκια που κυλούσαν στις γύρω πεδιάδες, για τις γαλαζοπράσινες θάλασσες, για τις κοκκινόχωμες παραλίες με τα φοινικόδεντρα.
Όλοι περίμεναν από έναν δράκο του μεγέθους του να είναι ατρόμητος, επιθετικός, περήφανος και με μια φλόγα του να εξοντώνει
τα πάντα στο πέρασμά του. Απεναντίας ο Ζάργκον ήταν ντροπαλός, συνεσταλμένος και πάνω απ' όλα χορτοφάγος.
Ποιός θα το περίμενε πως το μεγαλύτερο πλάσμα του πλανήτη, με αυτήν την τρομακτική όψη, θα έτρωγε κλαδιά και χόρτα.
- Ε, Ζάργκον, έλα να φας αυτά τα αγριόχορτα που φύτρωσαν μπροστά στη φωλιά μου και μ' εμποδίζουν!
- Εϊ, δράκε, μου πετάς μια φλόγα να ψήσω κάτι μπριζολίτσες!!
Τέτοια σχόλια άκουγε στο παρελθόν, όταν πλησίαζε στο δάσος, πριν απομονωθεί στην κορυφή του.
Χαμηλά, στους πρόποδες του βουνού που ζούσε ο Ζάργκον, ζούσε η πιο σοφή κουκουβάγια του δάσους, η Τριβούλα.
Ήταν πολύ έξυπνη και πάρα πολύ φλύαρη, αλλά ποτέ δεν προλάβαινε να μιλάει όσο θα ήθελε, γιατί δεν την αφήναν οι υπόλοιποι
που της έκαναν συνέχεια ένα σωρό ερωτήσεις, σχετικά με τα προβλήματα που τους απασχολούσαν.
- Πες μου κυρία Τριβούλα, πως θα κρατήσουν τα τρόφιμα που μαζεύω για το Χειμώνα περισσότερο χωρίς να χαλάσουν;
- Πες μου κυρία Τριβούλα, πως θα ξεφορτωθώ τα μυρμήγκια από τη φωλιά μου;
- Πες μου κυρία Τριβούλα, πως θα διώξω τους λύκους από τη γειτονιά μου;
- Πες μου κυρία Τριβούλα, πως θα κάνω μικρότερη διαδρομή ώς το ποτάμι για να παίρνω το νερό που χρειάζομαι;
Μα ήταν δυνατόν να της κάνουν τόσο ανόητες ερωτήσεις; Δεν έβλεπαν πόσο εύκολες ήταν όλες οι απαντήσεις;
Τα τρόφιμα θα συντηρηθούν καλύτερα αν τα αλοίψεις με ρετσίνι από τα δέντρα.
Τα μυρμήγκια θα τα ξεφορτωθείς αν καλέσεις τον μυρμηγκοφάγο για επίσκεψη στη φωλιά σου.
Τους λύκους θα τους διώξεις αν ανάβεις φωτιές και το νερό θα το φέρεις πιο κοντά στη φωλιά σου αν σκάψεις ένα αυλάκι !!!
- Ω, Θεέ μου ! έλεγε και ξαναέλεγε μελαγχολώντας. Βαριόταν τόσο πολύ. Την είχαν κουράσει τόσο πολύ αυτοί οι μονότονοι διάλογοι.
Αυτή ήθελε να μιλάει. Είχε τόσες ιδέες μέσα στο μυαλό της που ήθελε γύρω της κοινό για να τις μοιραστεί.
Κάτω από το κλαδί της, ήταν πάντα σχηματισμένος ένας σωρός από τρόφιμα και λιχουδιές, δώρα από όλους αυτούς που βρίσκαν
λύσεις στα προβλήματά τους. Δεν ήταν όμως αυτή η ζωή που ονειρευόταν η Τριβούλα.
Έτσι μια μέρα πέταξε προς τα πάνω, με σκοπό να γνωρίσει καινούριες εμπειρίες και να κάνει τη ζωή της πιο ενδιαφέρουσα.
Τότε ήταν που συνάντησε για πρώτη φορά τον Ζάργκον από κοντά. Είχε ακούσει πολλά γι' αυτόν, αλλά από κοντά της φάνηκε
πολύ πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση. Αφού έγιναν φίλοι, η Τριβούλα προσπαθούσε να βρει τρόπους να τον βοηθήσει να ξεπεράσει
το πρόβλημα της φωτιάς.
Πως όμως μπορούσες να κάνεις έναν δράκο να βγάλει φωτιές; Αυτό ήταν το πρώτο αναπάντητο ερώτημα που συνάντησε στη ζωή της!
Σκέφτηκε να δημιουργήσει φωτιά στα σωθικά του, δίνοντάς του να φάει καυτερές τροφές. Στην αρχή του έδωσε πράσινες καυτερές πιπεριές
χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μετά του έδωσε κρεμμύδια βουτηγμένα σε καυτερή σάλτσα, αλλά πάλι τίποτα. Στη συνέχεια ανακάτεψε
σκόρδα με πιπέρι, κόκκινες μικρές πιπεριές, τσίλι και καυτερή μουστάρδα. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κοκκινήσουν τα μάτια του δράκου,
και να τον κάνει να πιει ένα καζάνι νερό. Μετά δοκίμασε να του δώσει τροφές γλυκόξινες και γλυκόπικρες, αλλά πάλι χωρίς αποτέλεσμα.
Ξαφνικά έπιασε δυνατή βροχή, αλλά ο δράκος μέσα στην απελπισία του δεν μπήκε στη σπηλιά του να καλυφθεί κι έκατσε έξω κι έγινε
μούσκεμα. Για πρώτη φορά στη ζωή του κρυολόγησε, μια και πάντα απόφευγε τις βροχές μπαίνοντας στη σπηλιά του.
Τότε έγινε κάτι που δεν το περίμενε κανείς από τους δύο. Ο δράκος έβηξε και με το πρώτο γκουχ πετάχτηκε από το στόμα του μια φλόγα.
Κοιτάχτηκαν καλά καλά και ξεπερνώντας την πρώτη έκπληξη ο δράκος ξαναδοκίμασε.
- Γκουχ ! και δεύτερη φωτιά πιο μεγάλη από την πρώτη.
Αυτό που του έλειπε τόσα χρόνια δεν ήταν η φωτιά από το στομάχι, αλλά η ανάφλεξη, δηλαδή ο τρόπος. Έτσι κι αλλιώς ο δράκος ήταν
τόσο χοντρόπετσος και τόσο προσεκτικός, που δεν είχε αρρωστήσει ποτέ του και γι' αυτό δεν έβηξε.
Από εκείνη τη μέρα ο δράκος πετούσε όλη μέρα στους ουρανούς και γυρνούσε στη σπηλιά του μόνο το βράδυ να ξεκουραστεί.
Στον σβέρκο του, δίπλα στο μεγάλο του αυτί, καθόταν πάντα η Τριβούλα, που δεν σταματούσε όλη μέρα να φλυαρεί.
Στο πρόσωπο του δράκου είχε βρει τον καλύτερο ακροατή.
Φίλιπ & Μπαρτ (Ένας κόσμος ονειρικός)
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα φτωχό παιδάκι, ο Φίλιπ, σε μια μεγαλούπολη με ψηλά κτίρια και πολλά αμάξια.
Ορφανός από γονείς και μόνος του στον κόσμο, είχε σαν μοναδικό του σύντροφο τον σκύλο του τον Μπαρτ. Ο Φίλιπ ζούσε στους δρόμους
και τρεφόταν από τα περισσέματα που πετούσαν από τις κουζίνες των εστιατορίων και από τους φούρνους, στους κάδους των σκουπιδιών.
Τον Μπαρτ τον γνώρισε όταν διεκδίκησαν την ίδια σακούλα με αποφάγια, έξω από το αγαπημένο του εστιατόριο. Μετά από έναν σύντομο καβγά,
έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Παρ' όλη την πείνα που τραβούσε ο Φίλιπ, πιο πολύ τον βασάνιζε το κρύο τα βράδια που ξάπλωνε να κοιμηθεί,
στα απόμερα σοκάκια. Έτσι κοιμόντουσαν συνέχεια σφιχταγγαλιασμένοι, ζεσταίνοντας ο ένας τον άλλον.
Μια μέρα, βρήκε στα σκουπίδια μια χρυσή παραμάνα καρφιτσωμένη πάνω σε ένα παλιό παπούτσι. Την καρφίτσωσε στο σχισμένο του μπουφάν,
νιώθοντας ότι η παραμάνα ήταν ξεχωριστή κι ότι είχε μαγικές ιδιότητες που έπρεπε να ανακαλύψει. Την έτριβε, της μιλούσε, την καθάριζε,
την ανοιγόκλεινε, μα αυτή τίποτα. Ο Μπαρτ του γαύγιζε ζωηρά κουνώντας την ουρά του, σαν να τον μάλωνε που τον παραμελούσε.
Την επόμενη μέρα, όπως έψαχνε στον κάδο του αγαπημένου του εστιατορίου, έπεσε μέσα και αμέσως εξαφανίστηκε. Βρέθηκε ξαφνικά
σε μια πανέμορφη πόλη με χαμηλά πολύχρωμα σπίτια, πορτοκαλί ουρανό και χρωματιστούς δρόμους.
Άρχισε να περιπλανιέται στους δρόμους ανακαλύπτοντας ότι όλα αυτά που υπήρχαν γύρω του ήταν φτιαγμένα από κάθε λογής φαγητών και γλυκών.
Μπορούσε να απλώσει το χέρι του και να φάει οτιδήποτε. Σπίτια φτιαγμένα από πατεσπάνι και καραμέλα, κολώνες γλυφιτζούρια, φανάρια από ζελέ,
αυτοκίνητα τούρτες, δέντρα φτιαγμένα από πολύχρωμα παγωτά και λουλούδια με γεύση πραλίνα. Ο Φίλιπ ένιωθε τρισευτυχισμένος, μη ξέροντας
ποιά λιχουδιά να πρωτοδιαλέξει. Έφαγε, έφαγε και ξανάφαγε, ώσπου χόρτασε όπως δεν είχε ξαναχορτάσει ποτέ.
Μετά έκανε μια βόλτα, ψάχνοντας κάποιον να τον κατατοπίσει σχετικά με όλα αυτά. Ένας ηλικιωμένος κύριος με ένα γαλήνιο χαμόγελο
ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, του εξήγησε ακριβώς όλα αυτά που ήθελε να μάθει.
Οι κάτοικοι αυτού του υπέροχου τόπου, ζούσαν ήρεμα κι ευτυχισμένα. Δεν είχαν αντιπαλότητες μεταξύ τους, αφού δεν είχαν να χωρίσουν τίποτα.
Δεν υπήρχαν αρχηγοί και εξουσιαστές, αφού κανείς δεν είχε ανάγκη για εξουσία. Στο μυαλό και στην καρδιά των ανθρώπων δεν υπήρχαν
συναισθήματα ζήλιας και κακίας, ούτε φιλοδοξίας και απληστίας. Έτσι ήταν φτιαγμένοι όλοι από τη φύση τους. Δεν χρειαζόταν να δουλέψουν,
μια και υπήρχαν τα πάντα γύρω τους σε αφθονία. Δεν είχαν ποτέ άγχος και δεν ένιωθαν ποτέ ανασφάλεια και στενοχώρια.
Πάντα είχαν χρόνο για παιχνίδι και διασκέδαση και μεγάλωναν τα παιδιά τους με τον ανάλογο τρόπο.
Ο Φίλιπ νόμιζε ότι βρισκόταν στον παράδεισο. Όταν συνειδητοποίησε ότι μπορεί κι αυτός να μείνει εκεί, έψαξε και βρήκε ένα άδειο σπίτι
που έμοιαζε με κουκλόσπιτο και εγκαταστάθηκε. Στο κέντρο του σπιτιού βρισκόταν το σαλόνι με μια μεγάλη τσουλήθρα από πουτίγκα.
Οι σκάλες ήταν από σοκολάτα και τα παράθυρα από γρανίτα φράουλα. Στην κουζίνα όλα τα ντουλάπια ήταν φτιαγμένα από ζαχαρωτά
και τα σκεύη από μπισκότο. Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει στην καλή του τύχη.
Οι μέρες κυλούσαν όμορφα, με καλό φαγητό και παιχνίδι στην γειτονιά με τα άλλα παιδάκια. Μέρα με την ημέρα όμως, ο Φίλιπ ένιωθε όλο και
πιο πολύ την απουσία του φίλου του, του Μπαρτ. Και τον απασχολούσε και το γεγονός ότι τα ρούχα του πια δεν τον χωρούσαν, επειδή με όλο
αυτό το φαγητό είχε βάλει και κάποια κιλάκια. Μετά από λίγες εβδομάδες ένιωθε τόση μοναξιά και δυσφορία που αποφάσισε να προσπαθήσει
να φέρει κοντά του και τον Μπαρτ. Έμαθε όμως από τους κατοίκους ότι για να έρθει κάποιος στον κόσμο τους, πρέπει να φοράει τη μαγική
καρφίτσα που φορούσε ο Φίλιπ και να περάσει από την μοναδική πύλη εισόδου που ήταν ο κάδος σκουπιδιών, που κατά λάθος είχε πέσει μέσα.
Δυστυχώς όμως υπήρχε μόνο μία τέτοια καρφίτσα κι αυτήν την είχε ο ίδιος. Στεναχωρημένος ο Φίλιπ κατάλαβε ότι δεν ήταν φτιαγμένος για να
ζει εκεί. Ήταν γεμάτος ανησυχίες κι ο εαυτός του δεν του επέτρεπε να ζήσει εκεί με ηρεμία. Ο μοναδικός του φίλος με τον οποίον ήθελε να
μοιραστεί όλα αυτά που του συνέβαιναν, ήταν ο Μπαρτ. Μαζί του ένιωθε πιο ευτυχισμένος, παρά την φτώχια και την πείνα.
Αποφάσισε λοιπόν να γυρίσει πίσω. Οι γείτονες του ετοίμασαν μια μικρή αποχαιρετιστήρια γιορτή και όπως όριζαν τα έθιμα, του χάρισαν ένα μικρό
βιβλίο που μπορούσε να το ανοίξει μόνο όταν θα γύριζε πίσω.
Αφού τους χαιρέτησε όλους, ξαναμπήκε στον κάδο που ήταν η πύλη για τον γυρισμό. Εκεί μπροστά στον κάδο του εστιατορίου βρήκε κουλουριασμένο
και ακίνητο τον Μπαρτ. Δεν το είχε κουνήσει από εκεί από την ώρα που ο Φίλιπ εξαφανίστηκε. Για μια στιγμή ο Φίλιπ τρόμαξε νομίζοντας ότι ο Μπαρτ
πέθανε από το κρύο. Ο Μπαρτ όμως πετάχτηκε επάνω κουνώντας την ουρά του από χαρά και ξεσηκώνοντας τον κόσμο με τα γαβγίσματά του.
Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και άρχισαν το παιχνίδι, ώσπου κουράστηκαν μετά από ώρες και ξάπλωσαν να κοιμηθούν στην άκρη του δρόμου.
Η ευτυχία που ένιωθαν και οι δύο ήταν μεγάλη. Δεν συγκρινόταν με όλα τα φαγητά του κόσμου. Παρ' όλα αυτά όμως το άδειο στομάχι τους
διαμαρτυρόταν έντονα και για να ξεχάσει την πείνα του ο Φίλιπ άνοιξε το βιβλίο που του είχαν δωρίσει από την ονειρούπολη.
Στις σελίδες του υπήρχαν γραμμένα πολλά παραμύθια, στις εικόνες όμως που ήταν από κάτω ο Φίλιπ διέκρινε κάποιες γνώριμες μυρωδιές.
Μυρωδιές από ζαχαρωτά και πατεσπάνι, μπισκότο και καραμέλα, ακριβώς όπως το υπέροχο σπίτι που έμεινε για λίγο.
Κρύβοντας την στενοχώρια του για τις λιχουδιές που είχε χάσει, άρχισε να διαβάζει παραμύθια στον Μπαρτ, που του άρεσε να κουλουριάζεται
στα πόδια του και ν' ακούει. Πριν καλά καλά το καταλάβουν, φαγητά ξεπηδούσαν από το πουθενά και εμφανίζονταν μέσα σε τεράστιες πιατέλες.
Μέχρι να τελειώσει το ένα παραμύθι γέμισε ο τόπος με νόστιμα πιάτα. Στο δεύτερο παραμύθι ήρθαν και τα γλυκά. Φτωχοί και άστεγοι απ' όλες
τις γειτονιές ήρθαν να δουν τι γίνεται, παρασυρόμενοι από τις μαγευτικές μυρωδιές που τους τραβούσαν από τη μύτη. Όσο έβλεπε ο Φίλιπ τον κόσμο
να έρχεται και να τρώει, τόσο συνέχιζε να διαβάζει, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για το δώρο που του κάνανε. Το βιβλίο αυτό ήταν μια ανεξάντλητη
πηγή τροφής. Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα και κόσμος από κάθε γωνία της πόλης ερχόταν για να φάει. Άνθρωποι απελπισμένοι από την πείνα,
που στο πρόσωπο του Φίλιπ βρήκαν αυτό που έψαχναν χρόνια τώρα. Και ο Φίλιπ με τη σειρά του δεν τους απογοήτευσε. Καθόταν εκεί όλη μέρα
παρέα με τον Μπαρτ και διάβαζε παραμύθια, ευτυχισμένος που μπορούσε να προσφέρει απλόχερα κάτι που είχε λείψει και στον ίδιο τόσο πολύ.

Ο πρίγκηπας και το αυτί που σφυρίζει
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν τρεις ήλιοι, δύο μικροί κι ένας πολύ μεγάλος που τον έλεγαν Φένορ.
Ο Φένορ που ήταν πολύ αυστηρός και εγωιστής, εξουσίαζε τα πάντα λόγω της δύναμής του και ποτέ κανείς δεν του είχε προβάλει αντίσταση.
Ήταν υπεύθυνος για κάθε είδους ζωή που υπήρχε στον πλανήτη, αφού αυτός κρατούσε τη θερμοκρασία στα επίπεδα που χρειαζόταν.
Όλοι ήξεραν ότι μπορούσε να τους κάψει με τις τρομερές ακτίνες του ή να τους κάνει να παγώσουν.
Η αγαπημένη του συνήθεια ήταν να χαζεύει όλο τον πλανήτη κάθε μέρα, καθώς αυτός περιστρεφόταν αργά αργά εμπρός του.
Είχε τέλεια ορατότητα και θαύμαζε κάθε σημείο του όμορφου πλανήτη. Το τελευταίο διάστημα όμως ενοχλήθηκε από ένα πανύψηλο
παγόβουνο που το έλεγαν Άκρεον και του έκοβε τη θέα. Η κορυφή του έφτανε ως τα σύννεφα.
Ποτέ δεν είχε δει ο ήλιος τι υπήρχε πίσω από αυτό το βουνό.
Κι αυτό σαν να το έκανε επίτηδες, κορδωνόταν συνέχεια μπροστά του με περηφάνια. Μάταια προσπαθούσε ο Ήλιος να το λιώσει, αφού μέχρι
να κάνει μια ολόκληρη περιστροφή ο πλανήτης αυτό ξαναπάγωνε. Έτσι ζήτησε τη βοήθεια και των δύο μικρότερων ήλιων ώστε να το λιώσουν
όλοι μαζί. Παρ' όλο που αυτοί δεν είχαν κακία, βοήθησαν τον Φένορ από φόβο. Το παγόβουνο είχε πολλούς φίλους. Το αγαπούσαν και τα
πλάσματα της γης αλλά και τα στοιχεία της φύσης. Ο άνεμος, η βροχή, το χαλάζι και το χιόνι ένωσαν τις δυνάμεις τους για να το βοηθήσουν.
Από τη μια οι ακτίνες των ήλιων έκαιγαν το Άκρεον και από την άλλη πλευρά οι φίλοι του το πάγωναν. Οι ακτίνες ήταν τόσο δυνατές που έκαιγαν
τα πάντα στο πέρασμά τους. Και το χιόνι όμως και ο άνεμος δεν άφηναν τίποτα που να μην το παγώσουν. Αυτό συνεχιζόταν για πολλές βδομάδες,
ώσπου όλος ο τόπος γύρω τους ερήμωσε. Κανένα πλάσμα και κανένα δέντρο δεν άντεχε πια ούτε τη ζέστη ούτε το κρύο. Τη μια φορούσαν δέκα
ρούχα και πάγωναν, και την άλλη λίγα μέτρα πιο κάτω έλιωναν από τη ζέστη. Ακόμη και οι άνθρωποι παράτησαν τα σπίτια τους και πήγαν
να μείνουν αλλού. Έτσι συγκεντρώθηκαν όλα τα ζώα και τα πουλιά των γύρω περιοχών και κάνανε συμβούλιο για να βρουν μια λύση.
Αποφάσισαν να ζητήσουν τη βοήθεια της θάλασσας που τη σεβόταν ο Φένορ και την αγαπούσε. Ήταν το πιο όμορφο και μεγάλο αξιοθέατο
για τον Φένορ πάνω στη γη. Δεν υπήρχε μέρα που να μην καθρεπτιστεί πάνω στα γαλήνια νερά της για να θαυμάσει την ομορφιά του.
Η θάλασσα δέχτηκε να βοηθήσει και ζήτησε από τον Φένορ να μαζέψει τις ακτίνες του και να αφήσει το Άκρεον ήσυχο. Αυτός όμως δεν την άκουσε.
Τότε άρχισε και η θάλασσα να τον πολεμάει με το μοναδικό όπλο που είχε, τα κύματα. Από το πρωί μέχρι το βράδυ σήκωνε τεράστια κύματα,
ψηλά σαν ουρανοξύστες. Δεν θα μπορούσε πια ο Φένορ να θαυμάζει την ομορφιά του στην αντανάκλαση της θάλασσας. Αυτό τον ενοχλούσε
αφάνταστα, αλλά δεν σταματούσε γιατί είχε πεισμώσει. Τα πλάσματα της θάλασσας όμως είχαν κι αυτά τα προβλήματά τους. Δεν μπορούσαν
να ησυχάσουν από το κούνημα των κυμάτων, δεν μπορούσαν να κυνηγήσουν την τροφή τους, ούτε και να γεννήσουν τα παιδιά τους.
Το ίδιο συνέβη και στους χιλιάδες ψαράδες και τις οικογένειές τους που αναγκάστηκαν να φύγουν μακριά, αφού δεν υπήρχε τρόπος να
ψαρέψουν πια. Η κατάσταση είχε γίνει ανυπόφορη και στη στεριά και στη θάλασσα. Ο ήλιος δεν είχε σκοπό να σταματήσει και έπρεπε να
βρεθεί μία λύση γρήγορα. Στο δεύτερο συμβούλιο που έκαναν τα ζώα κάλεσαν και τους ανθρώπους, που δεν τους εμπιστευόταν, γιατί ήξεραν
ότι έχουν περισσότερο μυαλό από τα ίδια, αλλά το χρησιμοποιούν πάντα με λάθος τρόπο. Αυτή τη φορά δεν είχαν περιθώρια για λάθη.
Με τη συνεργασία των ανθρώπων, συγκέντρωσαν καθρέπτες και τζάμια από ουρανοξύστες, από όλα τα σημεία του πλανήτη και τα ένωσαν
σχηματίζοντας έναν τεράστιο στρόγγυλο καθρέφτη, με ένα μεγάλο ξύλινο χερούλι. Έπειτα, παρακάλεσαν τα σύννεφα αν μπορούν να βοηθήσουν
με κάποιο τρόπο μιλώντας στον ήλιο. Η ήλιος πάντα είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στα σύννεφα. Δύο μεγάλα και πυκνά σύννεφα πλησίασαν τον Φένορ
με σκοπό να τον παραπλανήσουν και του είπαν:
- Ω, αγαπητέ μας και πανέμορφε ήλιε. Γιατί πρέπει να είσαι εξαρτημένος από τη γαλήνη της θάλασσας για να θαυμάσεις την ομορφιά σου;
Γιατί δεν χρησιμοποιείς έναν μεγάλο καθρέφτη; Εμείς ξέρουμε που υπάρχει ένας και μπορούμε να σου τον φέρουμε.
Μόλις ο ήλιος τους έγνεψε καταφατικά του έφεραν τον καθρέφτη κι αυτός κοιτάχτηκε μέσα με μεγάλη αυταρέσκεια. Οι δυνατές ακτίνες του
εξοστρακίστηκαν στην γυαλιστερή επιφάνεια και επέστρεψαν με δύναμη στον πυρήνα του. Από τη δυνατή έκρηξη που ακολούθησε, ο Φένορ
εκσφενδονίστηκε στο διάστημα και ακινητοποιήθηκε στο πιο σκοτεινό και απομονωμένο σημείο του διαστήματος. Γύρω του δε υπήρχε ούτε ένας
πλανήτης, ούτε άστρα ούτε πετρώματα, κανένα ουράνιο σώμα. Εκεί δεν μπορούσε να θαυμάσει την ομορφιά του σε κάποια θάλασσα, ούτε να
ρυθμίσει το κλίμα σε πλάσματα που θα του χρωστούσαν ευγνωμοσύνη. Ήταν καταδικασμένος να βυθιστεί στην απέραντη μοναξιά.
Τα πράγματα στη γη είχαν αλλάξει θεαματικά. Οι δύο μικρότεροι ήλιοι ανέλαβαν την ευθύνη να θερμαίνουν τον πλανήτη, με μεγάλη χαρά και
περηφάνια για το έργο τους. Η θάλασσα γαλήνεψε μαζεύοντας και πάλι όλους τους ψαράδες που είχαν απομακρυνθεί και το παγόβουνο
παρέμεινε ψηλό και περήφανο όπως και παλιά.
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από εκατομμύρια χρόνια, ζούσε ένας μεγάλος γίγαντας, ο Μπονού.
Έμενε στην Ανατολική πλευρά του πλανήτη, εκεί όπου δεν ζούσαν άλλα πλάσματα στην περιοχή. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε ο Μπονού αφού ήταν
τόσο ψηλός, που δεν έβλεπε ότι στα πόδια του υπήρχαν ένα σωρό ζώα κι ότι πετούσαν πουλιά στο ύψος των γονάτων του. Ήταν όλα γύρω του
τόσο μικροσκοπικά που το μόνο που ξεχώριζε στο έδαφος, σαν μικρά εξογκώματα, ήταν τα πανύψηλα κυπαρίσσια. Αυτά ήταν η μόνη του τροφή
καθώς και μερικές χιλιάδες ψάρια που έπιανε κατά λάθος, κάθε φορά που έπαιρνε νερό από τη θάλασσα με το χέρι του για να πιεί.
Η ζωή του ήταν τόσο μονότονη, αφού δεν συνέβαινε ποτέ γύρω του τίποτα, ούτε είχε κάποιον για παρέα. Ποτέ όμως δεν είχε σκεφτεί να φύγει από
εκεί, γιατί νόμιζε ότι όλη η γη ήταν ίδια. Μια απέραντη ίσια επιφάνεια.
Περπατούσε πάνω κάτω μονολογώντας για να περάσει την ώρα του. Φυσικά όλα τα πλάσματα του δάσους απέφευγαν την περιοχή του,
αφού με μια πατημασιά του μπορούσε να καταστρέψει τα πάντα. Μια μέρα, δεν άντεξε άλλο να βαριέται τόσο αφόρητα και αποφάσισε να ταξιδέψει
όσο πιο μακριά γινόταν, με σκοπό να γνωρίσει κι άλλα μέρη ή να βρει κι άλλους γίγαντες για συντροφιά.
Μην έχοντας κάποιο σημείο πάνω στη γη να τον κατευθύνει, αποφάσισε να ακολουθήσει τον ήλιο. Θα τον είχε συνέχεια μπροστά του ώστε να
μην μπερδευτεί και κάνει κύκλους. Σηκώθηκε λοιπόν νωρίς το πρωί και μόλις ο ήλιος εμφανίστηκε άρχισε να περπατάει προς αυτόν.
Λίγο πριν το μεσημέρι κουράστηκε και ξάπλωσε να πάρει έναν υπνάκο. Όταν ξύπνησε, παρ' όλο που ο ήλιος είχε πάει προς την αντίθετη κατεύθυνση,
τη Δύση, αυτός πάλι τον ακολούθησε έχοντας τον ήλιο και πάλι μπροστά του. Δεν ήξερε ο άμοιρος ότι ξαναγύριζε πίσω. Το βράδυ κοιμόταν κάπου
πρόχειρα και το πρωί ακολουθούσε ξανά την ίδια διαδρομή. Αυτό συνεχιζόταν επί μέρες ενώ ο Μπονού κατέληγε και πάλι στο ίδιο σημείο...
Στην άλλη πλευρά του πλανήτη, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Πανύψηλα βουνά, ορμητικά ποτάμια και χείμαροι ήταν το χαρακτηριστικό
της Δυτικής πλευράς της γης. Μόνο που εδώ ζούσαν πελώριοι δεινόσαυροι, που προσπαθούσαν να συμβιώσουν σε ένα περιβάλλον εχθρικό και
αφιλόξενο. Εκτός από τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι δεινόσαυροι μεταξύ τους, κυνηγητό από τους σαρκοφαγόσαυρους και μάχες
μεταξύ τους, είχαν και τον μεγαλύτερο φόβο από όλα, τον Τρεμάρ. Ο Τρεμάρ ήταν ένας γιγάντιος αιμοβόρος δεινόσαυρος που ερχόταν κάθε βδομάδα
από τα βάθη της ζούγκλας, κι έτρωγε όποιον δεινόσαυρο είχε την ατυχία να βρεθεί στον δρόμο του. Κανένας δεν μπορούσε να του αντισταθεί, αφού
ήταν τριπλάσιος σε μέγεθος από όλους τους άλλους. Οι μόνοι που την γλύτωναν πάντα ήταν οι πτερόσαυροι που πετούσαν γρήγορα ψηλά στον ουρανό.
Ένας από αυτούς τους πτερόσαυρους, πετώντας μια μέρα πολύ ψηλά ζαλίστηκε από τον δυνατό ήλιο και απομακρύνθηκε από τους υπόλοιπους χωρίς
να το καταλάβει. Με το φόβο να μην πιαστεί από τον Τρεμάρ, πέταξε ψηλά με ορμητικά φτερουγίσματα και έχασε τον προσανατολισμό του.
Βρέθηκε μετά από λίγες ώρες στην άλλη πλευρά του πλανήτη, όπου και τον είδε ο Μπονού από μακριά. Ο γίγαντας τον ακολούθησε αμέσως μια και
ήταν το πρώτο ζωντανό πλάσμα που αντίκρυζε στη ζωή του. Οι δρασκελισμοί του ήταν τόσο μεγάλοι που σε λίγη ώρα έφτασε στη γη των δεινοσαύρων.
Έμεινε για λίγο σαστισμένος να θαυμάζει όλες τις ομορφιές που υπήρχαν τριγύρω, μη μπορώντας να αρθρώσει λέξη από την ξαφνική ευτυχία που
ένιωσε. Όλα γύρω του ήταν γιγάντια! Λες και όλα ήταν φτιαγμένα γι' αυτόν. Τα φαρδιά ποτάμια, οι ορμητικοί καταρράκτες, τα πελώρια βουνά.
Δεν ήξερε που να πρωτοπάει και τι να πρωτοκάνει. Χοροπηδούσε, τραγουδούσε, γέλαγε και μονολογούσε.Μόνο μετά από αρκετή ώρα αντιλήφθηκε ότι
ένα πολύ ασυνήθιστο κοινό καθόταν πίσω του και τον παρακολουθούσε απορημένο. Γιγάντιοι δεινόσαυροι στο μέγεθος του, με μεγάλα εξογκώματα
στην πλάτη, άλλοι κοντοί και χοντροί κι άλλοι πανύψηλοι με μακρύ λαιμό. Μετά από μια στιγμή αμηχανίας, έδειξαν να συμμερίζονται τον ενθουσιασμό
του για παιχνίδι και τον πλησίασαν με χαρά. Εξάλλου ήταν και γι' αυτούς η πρώτη φορά που έβλεπαν ένα τόσο ασυνήθιστο πλάσμα.
Αμέσως άρχισαν το παιχνίδι, κυνηγώντας ο ένας τον άλλον και παλεύοντας σαν τα μικρά παιδιά. Τη χαρά τους ήρθε να διαταράξει ένα γνώριμο
κούνημα της γης, που άρχισε να τρέμει δυνατά σε κάθε βήμα του Τρεμάρ που πλησίαζε. Όλοι έτρεξαν να κρυφτούν στις φωλιές τους εκτός από τον
γίγαντα που δεν είχε καταλάβει ακόμα τι είχε γίνει. Όταν αντίκρυσε μπροστά του αυτόν τον πελώριο δεινόσαυρο, έμεινε να τον κοιτάει απορημένος.
Ποτέ δεν είχε ξαναδεί πλάσμα μεγαλύτερο από τον ίδιο. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τις σκέψεις του όταν ο Τρεμάρ του επιτέθηκε με εχθρικές διαθέσεις.
Με μία κίνηση περισσότερο αντανακλαστική, ο Μπονού τον σήκωσε στα χέρια του και τον πέταξε μακριά. Ο Τρεμάρ τρόμαξε για λίγο κι έφυγε
σαστισμένος προς την άλλη κατεύθυνση. Όπως ήταν φυσικό, όλοι οι δεινόσαυροι βγήκαν από τις φωλιές τους χαρούμενοι και αγκάλιασαν τον Μπονού
ως ήρωά τους, βγάζοντας κραυγές χαράς και ενθουσιασμού. Η φυσική δύναμη όμως του Μπονού δεν ήταν αρκετή για να κρατήσει μακριά τον Τρεμάρ,
που ήδη ετοιμαζόταν για μια επίθεση πιο δυνατή κι επιθετική. Και ο Μπονού με τη σειρά του κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Τρεμάρ
με γυμνά χέρια, αφού ο δεινόσαυρος διέθετε μεγάλα και κοφτερά νύχια και τεράστια δόντια. Έπρεπε λοιπόν να σκεφτεί έναν τρόπο να τον
εξουδετερώσει μια για πάντα.
Στις άκρες της μεγάλης κοιλάδας που ζούσαν, υπήρχαν τεράστιοι στρόγγυλοι βράχοι που τους χρησιμοποιούσαν πολλές φορές σαν μπάλλες όταν
έπαιζαν μεταξύ τους. Ο γίγαντας παρακολουθώντας τα άλλα ζώα να πετάνε τους βράχους στον αέρα, κατάλαβε ότι με λίγη συνεργασία και λίγη
εξυπνάδα θα μπορούσαν να διώξουν τον Τρεμάρ για πάντα. Οι δεινόσαυροι ποτέ δεν είχαν σκεφτεί να οργανώσουν μια ομαδική επίθεση εναντίον του,
αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν στη φύση τους. Το ανθρώπινο μυαλό του Μπονού όμως λειτουργούσε διαφορετικά. Σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τους βράχους
με κάποιο είδος πρωτόγονου εργαλείου. Την πρώτη σφεντόνα που είχε ποτέ κατασκευαστεί. Έτσι μάζεψαν όλους τους στρόγγυλους βράχους που
υπήρχαν τριγύρω κι έπειτα έδεσαν μεγάλια σκοινιά ενώνοντας δύο δέντρα μεταξύ τους. Υπήρχαν πολλά δέντρα στην περιοχή που ήταν ψηλά και
ελαστικά, και δένοντας τα σε ζευγάρια θα είχαν πολές αυτοσχέδιες σφεντόνες.
Όλα ήταν πλέον έτοιμα. Όλοι οι δεινόσαυροι ήταν σε ετοιμότητα και περίμεναν τον Τρεμάρ με μεγάλη αγωνία. Όταν αυτός εμφανίστηκε από το βάθος
της ζούγκλας που ερχόταν πάντα, άρχισαν όλοι μαζί να τον σημαδεύουν και να πετάνε προς το μέρος του βράχους, οι οποίοι έπεφταν επάνω του
με τέτοια ταχύτητα και δύναμη, που του προκάλεσαν ένα αναπάντεχο σοκ. Μη μπορώντας να αντιδράσει και ανίκανος να καλυφθεί, ο Τρεμάρ
τράπηκε σε άτακτη φυγή πανικόβλητος. Με τους μεγάλους δρασκελισμούς του βρέθηκε σε λίγη ώρα στην Ανατολική πλευρά του πλανήτη, εκεί που πριν
από λίγο καιρό έμενε εξόριστος ο Μπονού. Αυτή θα ήταν η καινούρια του κατοικία.
Δυστυχώς, είχε έρθει η ώρα να διαταραχτεί και πάλι η ησυχία που είχαν οι κάτοικοι του δάσους, όσο καιρό έλειπε ο Μπονού.

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα πελώριο παλάτι φτιαγμένο από χρυσάφι. Στο παλάτι υπήρχαν όλες οι πολυτέλειες και οι ανέσεις που θα μπορούσε
να ονειρευτεί κανείς. Εκεί ζούσε ένα κακομαθημένο πριγκηπόπουλο, ο Λαμέρ. Τα αναρίθμητα δωμάτια του παλατιού του πρόσφεραν κάθε ψυχαγωγία
που επιθυμούσε. Μπορούσε να ζωγραφίσει, να ακούσει και να παίξει μουσική με όλα τα όργανα, να σκαρφαλώσει, να κάνει τραμπολίνο, ιππασία,
σκοποβολή, ξιφασκία, κολύμπι, τσουλήθρα και κούνια, να χτίσει με τουβλάκια και τόσα άλλα που ούτε ο ίδιος δεν τα ήξερε.
Τριάντα υπηρέτες έτρεχαν από το πρωί για να τον ικανοποιήσουν. Να του φτιάξουν τα καλύτερα φαγητά, να τον ντύσουν με τα καλύτερα ρούχα και να τον
συνοδεύσουν στα παιχνίδια του. Αυτός όμως γκρίνιαζε συνεχώς, από το πρωί που ξυπνούσε ώς το βράδυ που κοιμόταν. Δεν τον ικανοποιούσε τίποτα.
- Ουφ! Πάλι τα ίδια και τα ίδια. Κανένα καινούριο παιχνίδι δεν έχουμε; Τα βαρέθηκα όλα!
-Μπλιαχ! Πάλι αστακό και γαρίδες! Και η μπριζόλα μου δεν είναι ψημένη όπως τη θέλω!
-Οι πατάτες γιατί μυρίζουν έτσι; Μα είναι φράουλες αυτές; Δεν έχουν ωραίο χρώμα.
- Ααα, δεν το μπορώ αυτό το παντελόνι. Κι αυτό το πουκάμισο με στενεύει.
- Η πανοπλία μου είναι πολύ γυαλισμένη και με τυφλώνει!!! Πως θα παίξω ξιφασκία έτσι;
Ακόμα και οι δάσκαλοι της ξιφασκίας δεν ήξεραν πως να του φερθούν. Όταν τον αφήνανε να κερδίσει τους πρόσβαλε με υποτιμητικά σχόλια για τις
χαμηλές τους ικανότητες. Όταν πάλι τον κέρδιζαν γκρίνιαζε έντονα για τα χτυπήματα που είχε δεχθεί, αποκαλώντας τους αδέξιους και ατζαμήδες.
Ο καημένος ο μπαμπάς του, βασιληάς του παλατιού, ο Ναστάλ, δεν μπορούσε να τον αντέξει άλλο. Αν και ήταν πολύ καλός άνθρωπος και δίκαιος
βασιληάς, και ποτέ δεν είχε λείψει τίποτε από τους πολίτες και τους υπηκόους του, δεν μπορούσε να βρει έναν τρόπο να τον ικανοποιήσει.
Ένα πρωί που ξύπνησε το πριγκηπόπουλο, άκουσε ένα μικρό σφύριγμα, έναν ψιλό και οξύ ήχο σαν αυτούς που βγάζει το βιολί. Στην αρχή δεν έδωσε
σημασία. Όταν όμως πήγε στο χρυσό του μπάνιο να πλυθεί, διαπίστωσε ότι ο ήχος αυτός συνεχιζόταν. Κοίταξε γύρω του, βγήκε απ' το δωμάτιο, έψαξε
στους διαδρόμους και στα άλλα δωμάτια που ήταν κοντά του, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Όταν συνηδητοποίησε ότι ο ήχος είχε συνέχεια την ίδια ένταση όπου
κι αν αυτός πήγαινε, τότε κατάλαβε ότι ο ήχος ερχόταν από το δεξί του το αυτί. Ντύθηκε βιαστικά και κατέβηκε να φάει πρωινό πιστεύοντας ότι σε λίγο
το σφύριγμα θα εξαφανιστεί. Στο τραπέζι της κουζίνας τον περίμεναν ένα σωρό λιχουδιές και οι υπηρέτες ήταν στη σειρά περιμένοντας με αγωνία να
ακούσουν τα δυσάρεστα σχόλια του, όπως κάθε μέρα. Προς μεγάλη τους έκπληξη ο Λαμέρ δεν είπε κουβέντα! Έφαγε δύο-τρεις μπουκιές κι έφυγε αμέσως
για παιχνίδι, με σκοπό να ξεχαστεί για να μην το ακούει. Έκανε κολύμπι, ξιφασκία, τραμπολίνο, τσουλήθρα, αλλά το σφύριγμα εκεί. Το άκουγε συνεχώς.
Δεν αυξανόταν η έντασή του, ούτε ελλατωνόταν. Ήταν όμως εκνευριστικό κι ενοχλητικό. Παραπονέθηκε στον μπαμπά του και την άλλη μέρα όταν είδαν ότι
το σφύριγμα συνεχιζόταν, κάλεσαν το γιατρό να τον δει. Ο γιατρός δεν βρήκε κάτι κι ο Βασιληάς φώναξε και δεύτερο γιατρό και τρίτο. Ούτε αυτοί όμως
βρήκαν κάτι. Οι υπηρέτες και το υπόλοιπο προσωπικό ήταν τόσο χαρούμενοι που τους έβλεπες όλους χαμογελαστούς να καλαμπουρίζουν και να γελάνε.
Όχι από κακία για την πάθηση του Λαμέρ, αλλά επειδή είχε ησυχάσει το κεφάλι τους από την γκρίνια και την κακοτροπιά του.
Οι μέρες περνούσαν και το αυτί του Λαμέρ εξακολουθούσε να σφυρίζει κάνοντάς τον πιο δυστυχισμένο από ποτέ. Δεν έτρωγε, δεν έπαιζε, δεν μιλούσε σε
κανέναν και δεν σκεφτόταν πλέον τίποτε άλλο παρά το σιγανό σφύριγμα που δεν τον άφηνε ούτε να κοιμηθεί.
Ο Ναστάλ έδωσε διαταγή στους αγγελιοφόρους του να ταξιδέψουν σ' όλη τη χώρα και να ανακοινώσουν μεγάλη αμοιβή σε χρυσάφι, σε όποιον κατάφερνε
να γιατρέψει τον γιο του. Γιατροί από όλη την χώρα άρχισαν να συρρέουν στο παλάτι κατά δεκάδες. Προσπαθούσαν ο κάθε ένας με τον τρόπο του να τον
γιατρέψουν και να κερδίσουν το χρυσάφι. Ένας τον άλοιφε με βότανα και αλοιφές, άλλος του τραγουδούσε. Άλλος προσευχότανε κι άλλος μοιρολογούσε.
Κάποιος του έκανε μασάζ στο λαιμό και τα αυτιά κι άλλος του έδινε χάπια.
Πριν όμως βάλει κάτι στο στόμα του, πρώτα το δοκίμαζε ο δοκιμαστής του παλατιού, ώστε να μην δηλητηριαστεί. Ο καυμένος είχε αλλάξει δέκα χρώματα
με όλα αυτά τα φάρμακα και τα βότανα. Όλα όμως μάταια. Δυο βδομάδες είχαν περάσει και οι καλύτεροι γιατροί της χώρας δεν μπορούσαν να τον
βοηθήσουν. Ούτε η αμοιβή που αύξησε ο βασιληάς είχε κανένα αποτέλεσμα. Χώρια οι εξετάσεις που του κάνανε όλη την ώρα για να βρουν τι έχει.
Βήξε, ξάπλωσε, σήκω, σκύψε.Κάνε ααα, βγάλε τη γλώσσα σου, τρίψε τα αυτιά σου, πλύσου... Ουφ! αυτό ήταν κόλαση.
Το πριγκηπόπουλο ταλαιπωρήθηκε τόσο πολύ όπως ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Παρακαλούσε μέρα και νύχτα να φύγει αυτό το σφύριγμα. Θα έκανε
τα πάντα αν του δινόταν η ευκαιρία. Ακόμα και στον ύπνο του έβλεπε συνέχεια εφιάλτες.
Ένα βράδυ στο όνειρό του εμφανίστηκε ο παπούς του, που είχε πεθάνει πριν χρόνια. Γεμάτος λαχτάρα ο Λαμέρ έτρεξε προς το μέρος του.
- Σε παρακαλώ παπού, βοήθα με και γω θα κάνω τα πάντα... του είπε κλαίγοντας.
- Υπάρχει κάτι που μπορεί να σε γιατρέψει του είπε ο παπούς του, αλλά δεν ξέρω αν μπορείς να το κάνεις... είναι αρκετά δύσκολο!
- Μπορώ! Σίγουρα, πες μου σε παρακαλώ.
- Θα πρέπει να είναι όλοι οι άνθρωποι δίπλα σου χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Δεν είναι εύκολο. Αν έστω και ένας από το περιβάλλον που ζεις
στεναχωρηθεί, τότε το σφύριγμα θα επιστρέψει ακόμη πιο δυνατό. Πρόσεξε! Αν δεχθείς τη συμφωνία δεν μπορείς να αλλάξεις γνώμη.
- Μα και βέβαια θα δεχθώ παπού. Θα δεις, θα τα καταφέρω.
Ξύπνησε ιδρωμένος και αναστατωμένος από το τόσο ζωντανό όνειρο, απορημένος αν ο παπούς του έλεγε την αλήθεια.
Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να το μάθει. Κατέβηκε στην κουζίνα με τις πυτζάμες και βρήκε τους υπηρέτες την ώρα που ετοιμάζαν το πρωινό τους.
Ταραγμένοι γύρισαν και τον κοίταξαν νομίζοντας ότι θα τους μαλώσει, αφού ήταν ακόμη νωρίς και το πρωινό δεν ήταν έτοιμο.
Ο Λαμέρ τους χαμογέλασε πλατιά, έτσι όπως δεν τον είχαν ξαναδεί και τους είπε:
- Καλημέρα σας. Τι κάνετε, είστε καλά; Υπάρχει κάτι που σας απασχολεί και θα μπορούσα να βοηθήσω;
Για μια στιγμή όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία, πιστεύοντας ότι ή τους κοροιδεύει ή τρελάθηκε. Μετά από μία μικρή σιωπή, ένας υπηρέτης
τόλμησε να πει.
- Εεε, να... εγώ προσωπικά κουράζομαι πολύ, δουλεύω πολλές ώρες και δεν προλαβαίνω να βλέπω την οικογένειά μου που ζει μακριά από το παλάτι.
- Και γι' αυτό στεναχωριέσαι; Του αποκρίθηκε ο Λαμέρ. Από σήμερα θα δουλεύεις το μισό χρόνο και θα φέρεις την οικογένειά σου να μείνει μόνιμα
στο παλάτι. Τόσα δωμάτια έχουμε άδεια, τι στο καλό! Έτσι θα τους βλέπεις όποτε θέλεις.
- Εεε, κι εγώ είπε κάποιος άλλος, έχω τη μαμά μου άρρωστη και δεν έχω λεφτά για τους γιατρούς.
-Κανένα πρόβλημα του απάντησε ο Λαμέρ. Θα πάρεις διπλάσιο μισθό και θα φέρεις τη μαμά σου να μείνει εδώ να τη φροντίσουμε. Τόσους γιατρούς έχει
το παλάτι, τι στο καλό.
Αφού ικανοποίησε και τα προβλήματα των υπολοίπων, ανέβηκε στο δωμάτιό του που είχε ησυχία και διαπίστωσε ότι το σφύριγμα είχε λίγο ελλατωθεί.
Χαρούμενος ξεχύθηκε στους διαδρόμους του παλατιού, ψάχνοντας και το υπόλοιπο προσωπικό με τον ίδιο σκοπό. Να τους κάνει χαρούμενους.
Πήγε στις καμαριέρες, πήγε στη δεύτερη κουζίνα, στο υπόγειο που έπλεναν τα ρούχα, στους φρουρούς και τους ιπποκόμους, τους φροντιστές και τους
υπηρέτες των στάβλων και των ζώων. Δεν άφησε κανέναν. Σε όλους έδωσε περισσότερα χρήματα και ικανοποιούσε όποιον έβλεπε σκυθρωπό και
λυπημένο, ότι πρόβλημα και να είχε. Κι όσο πιο χαρούμενοι γίνονταν οι άλλοι γύρω του, τόσο πιο πολύ υποχωρούσε το σφύριγμα, μέχρι που
εξαφανίστηκε τελείως. Επιτέλους!!! Ησύχασε το κεφάλι του!!! Τι χαρά ήταν αυτή. Μια ευτυχία τον κυρίεψε κι ευχαριστούσε τον παπού του από μέσα του
για την βοήθειά του. Και πόσο εύκολο ήταν να κάνει τους άλλους χαρούμενους. Δεν ήξερε φυσικά ότι και χωρίς να τους δώσει λεφτά, πάλι θα τους έκανε
χαρούμενους με την θετική του διάθεση και τον ενθουσιασμό του.
Τα νέα δεν άργησαν να φτάσουν και στα αυτιά του βασιληά που βρήκε τον γιό του να πλέγει σε πελάγη ευτυχίας.
- Αγόρι μου, του είπε χαριτωλογόντας όταν έμαθε τι είχε γίνει. - Δεν νομίζεις ότι πρέπει να σταματήσεις να μοιράζεις λεφτά, γιατί στο τέλος θα γίνουμε εμείς
δυστυχισμένοι από την φτώχια; και γέλασαν χαρούμενοι...
Ο Λαμέρ συνέχισε να είναι θετικός και χαρούμενος μεταδίδοντας την καλή του τη διάθεση και στους άλλους. Τίποτα δεν τον ενοχλούσε πια.
Ούτε το φαγητό, ούτε τα ρούχα, ούτε τίποτα. Τίποτα δεν του χαλούσε τη διάθεση. Πάντοτε όμως είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του, την υποψία ότι αν
έχανε την καλή του διάθεση θα ξαναερχόταν το σφύριγμα.
... Αυτό που δεν έμαθε ποτέ ο Λαμέρ, ήταν ότι το σφύριγμα στο αυτί του πέρασε σιγά σιγά από μόνο του, κι όχι επειδή έκανε όλα αυτά που του είπε
ο παπούς του! Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν παρά ένα όνειρο...

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο Ματ να κλειστεί στον εαυτό του και να αποφεύγει κάθε εξωσχολική δραστηριότητα, που θα μπορούσε να τον μπλέξει σε ατυχήματα. Τέρμα το ποδόσφαιρο, τέρμα το ποδήλατο, τέρμα το κυνηγητό. Τέλος και στο κρυφτό, στα μήλα, στις χώρες, στο σκαρφάλωμα, στις κούνιες. Τέλος σε όλα αυτά που αγαπούσε τόσο πολύ. Φυλάκιζε την ενέργειά του, όχι από φόβο για τα ατυχήματα, αλλά για να μην στεναχωρεί άλλο τους γονείς του.
Μια μέρα, πηγαίνοντας στο σχολείο, πέρασε μπροστά από το καινούριο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς του. Στη βιτρίνα φιγουράριζαν τσουρέκια και τούρτες, παγωτά και σοκολάτες, καραμέλες και ζαχαρωτά. Αυτό όμως που τράβηξε την προσοχή του Ματ, ήταν τα κουλουράκια της τύχης. Με προέλευση Κινέζικη και συνταγή Ιταλική, υπόσχονταν πως μπορούσε να αλλάξει την τύχη αυτού που θα τα έτρωγε. Η ζωηρή φαντασία του Ματ τον οδήγησε να τα αγοράσει.
Το πρώτο κουλουράκι που άνοιξε από το περιτύλιγμα του, έκρυβε ένα μικρό σημείωμα τυλιγμένο σε ρολό.
- Αν θέλεις την τύχη σου να αλλάξεις, πρέπει να κοιτάς ψηλά... έγραφε στο σημείωμα.
Απορημένος ο Ματ και αδυνατώντας να καταλάβει τι θα έβρισκε ψηλά, άρχισε να ψάχνει στον ουρανό. Ήλιος, σύννεφα, αεροπλάνο που πετούσε, ταράτσες κτιρίων, τα συνηθισμένα. Άνοιξε και το δεύτερο κουλουράκι.
- Μια ματιά δεν φτάνει, να είσαι πιο προσεκτικός! Θ'ανακαλύψεις πράγματα που δεν περίμενες... έγραφε το δεύτερο.
Μα δεν μπορούσε να καταλάβει ο έρμος, τι άλλο θα έπρεπε να προσέξει. Ήλιος, σύννεφα, καινούριο αεροπλάνο, ταράτσες κτιρίων, α... και μερικά πουλιά. Κοίταζε, ξανακοίταζε, δεν έβρισκε κάτι παράξενο, κάτι μαγικό, κάτι ασυνήθιστο. Τα υπόλοιπα κουλουράκια δεν τα άνοιξε καν. Ήξερε πως έπρεπε πρώτα να ανακαλύψει κάτι στον ουρανό. Όλη μέρα ήταν με το κεφάλι στραμένο ψηλά. Δεν κοιτούσε πια κάτω παρά μόνο για να φάει και να διαβάσει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μεγαλώσει και η ατυχία του αφού τώρα σκόνταφτε πιο συχνά και έπεφτε πάνω σε κολώνες την ώρα που περπατούσε.
Μετά από πολλές μέρες και αφού δεν είχε ανακαλύψει τίποτα, άρχισε να γράφει σ'ένα τετράδιο τι έβλεπε κάθε μέρα στον ουρανό.
Ήλιος, σύννεφα, αεροπλάνο, πουλιά, ταράτσες. Ήλιος, σύννεφα, πουλιά, ταράτσες. Ήλιος, σύννεφα, ταράτσες. Ήλιος, σύννεφο, ταράτσες. Ήλιος, σύννεφο, ταράτσες. Κάθε μέρα, κάθε μέρα. Στο τέλος συλλογίστηκε ...
Οι ταράτσες εντάξει, ο Ήλιος εντάξει, αυτό το σύννεφο γιατί δεν φεύγει ποτέ; Και γιατί έχει πάντα το ίδιο σχήμα; Η υποψία μεγάλωσε μέσα στο μυαλό του και πήρε διαστάσεις. Τότε άνοιξε βιαστικά και το τρίτο κουλουράκι που έγραφε...
- Αν διώξεις μακριά αυτό που ανακάλυψες θα διώξεις και την ατυχία σου...
Τότε πλέον πείστηκε ο Ματ ότι αυτό το σύννεφο που ήταν συνέχεια από πάνω του ήταν υπεύθυνο για την ατυχία του. Πως μπορείς όμως να διώξεις ένα σύννεφο από τον ουρανό; Μήπως τα κουλουράκια είχαν την απάντηση;
Άνοιξε κι άλλο κουλουράκι και διάβασε: - Όταν πιστεύεις σε κάτι, πάντα βρίσκεις τον τρόπο...
Χωρίς να χάσει χρόνο, έσπασε τον κουμπαρά του και πήγε και αγόρασε 20 ανεμιστήρες, τους πιο μεγάλους που υπήρχαν. Ανέβηκε στην πιο ψηλή ταράτσα της πόλης και τους έστρεψε στον ουρανό. Τους έβαλε μπρος στην πιο δυνατή ταχύτητα του έλικα και περίμενε με αγωνία. Ο αέρας φυσούσε δυνατά για 2 ώρες αλλά το σύννεφο ούτε που κουνήθηκε. Ούτε το σχήμα του δεν άλλαξε προς μεγάλη απογοήτευση του Ματ. Κατέβασε το κεφάλι του στεναχωρημένος, αλλά τότε σκέφτηκε την συμβουλή από το τελευταίο κουλουράκι.
Δεν έπρεπε να τα παρατήσει! Θυμήθηκε μια αφίσσα που είχε δει για τον ετήσιο διαγωνισμό με αερόστατα που επρόκειτο να γίνει δίπλα στο λόφο. Αμέσως έτρεξε γρήγορα και πήγε στην άλλη πλευρά της πόλης. Ανέβηκε σε ένα αερόστατο χωρίς να τον πάρουν είδηδη και πέταξε ψηλά στον ουρανό. Αφού δεν μπορούσε να το διώξει από χαμηλά, θα προσπαθούσε από ψηλά σκέφτηκε. Όρμησε με δύναμη και πέρασε μέσα από το σύννεφο που τον βασάνιζε τόσα χρόνια, ελπίζοντας ότι έτσι θα διαλυθεί. Μάταια όμως, αυτό έμενε απείραχτο, ακίνητο. Ούτε ο δυνατός άνεμος που φύσηξε εκείνη τη στιγμή δεν το κούνησε. Κούνησε όμως για τα καλά τον Ματ, που ένιωσε μια ανατριχίλα. Σαν κάτι να τον μαγνήτισε. Σαν να τον διαπέρασε μια παράξενη δροσιά κι ένιωσε ρίγος. Αμέσως ξέσπασε καταιγίδα με δυνατούς ανέμους, που παρέσυραν το αερόστατο σαν μικρό βαρκάκι σε τρικυμία. Το αερόστατο πλησίασε σε ένα ψηλό βουνό και χτυπώντας στα βράχια ξεφούσκωσε και άρχισε να πέφτει με ταχύτητα.
-Ωχ! σκέφτηκε ο Ματ. - Με την ατυχία που έχω σίγουρα θα σκοτωθώ! κι άρχισε να κάνει την προσευχή του. Για καλή του τύχη όμως σκάλωσε το αερόστατο στην κορυφή ενός ψηλού κυπαρισσιού και προσγειώθηκε με ασφάλεια στο έδαφος. Ψάχνοντας να βρει διέξοδο από το δάσος που είχε βρεθεί, χώθηκε σε μια σπηλιά. Στην άκρη της σπηλιάς είδε πολλά γυαλιστερά αντικείμενα που φεγγοβόλιζαν σαν χρυσάφι. Πλησίασε και είδε ότι υπήρχε ένας ολόκληρος θησαυρός από χρυσά νομίσματα, κοσμήματα και πλάκες χρυσού. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Τα έτριβε και τα ξανάτριβε. Ποτέ του δεν είχε βρει τίποτε στη ζωή του. Ούτε ένα μικρό νόμισμα. Απεναντίας, είχε χάσει αντικείμενα και χρήματα πολλές φορές. Βγαίνοντας από την σπηλιά είδε ότι στον ουρανό το σύννεφο ήταν ακόμη εκεί. Ακριβώς από πάνω του σαν να τον περίμενε.
Η καλή του τύχη όμως δεν σταμάτησε στον θησαυρό αφού λίγο πιο κάτω τον περίμενε ένα κάρο με δυο υπέροχα άσπρα άλογα που χλιμίντριζαν χαρούμενα. Φόρτωσε τον θησαυρό στην καρότσα και ξεκίνησε για το σπίτι του.
Από εκείνη την ημέρα και μετά η τύχη του άλλαξε και μαζί της άλλαξε και η ζωή του Ματ και της οικογένειάς του. Τέλος πια στην φοβία και την ανασφάλεια. Επιτέλους, μπορούσε να παίξει μπάλα, να κάνει ποδήλατο, να σκαρφαλώσει, να τρέξει... Κι όλα αυτά χωρίς να χτυπάει ποτέ, χωρίς καθόλου ατυχήματα, λες και κάποιος τον προστάτευε. Το σύννεφο που τόσο τον βασάνισε τώρα έγινε πηγή τύχης κι ευτυχίας.
Από εκείνη την ημέρα και μετά, το πρώτο πράγμα που έκανε όταν έβγαινε το πρωί απ' το σπίτι του, ήταν να κοιτάξει ψηλά να δει αν το σύννεφο ήταν εκεί. Μάλιστα μερικές φορές , σαν να διέκρινε στο σχήμα του κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο, αλλά δεν ήταν σίγουρος.
Εξάλλου, όλα αυτά μπορεί και να ήταν δημιουργήματα της φαντασίας του...



Μια φορά κι έναν καιρό, σ'ένα απόμακρο χωριό ζούσε ένα μικρό αγοράκι οκτώ χρονών, ο Ράστυ. Αγροτόπαιδο και μεγαλωμένο στη φάρμα,
δεν ήξερε τίποτε άλλο πέρα από τη φροντίδα των ζώων και το παιχνίδι μαζί τους. Γουρουνάκια, σκυλάκια, κοτοπουλάκια, αρνάκια και αλογάκια ήταν
οι καλύτεροι του φίλοι. Η φαντασία του όμως ήταν πολύ ζωηρή και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Πίστευε πολύ στα μαγικά και λαχταρούσε να μπορέσει
μια μέρα να βρει κάτι ώστε να κάνει και τους άλλους να πιστέψουν. Φυσικά οι μεγαλύτεροι δεν του έδιναν και πολύ σημασία όποτε τους μιλούσε για
μαγείες και απλά τον έβρισκαν χαριτωμένο και διασκεδαστικό. Ο Ράστυ πίστευε ότι θα μπορούσε να πετάξει, ή να αποκτήσει υπεράνθρωπη δύναμη,
η ακόμα να μεταμορφώνει τα ζώα σε ότι ήθελε, αρκεί να έβρισκε τον τρόπο.
Κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο, έκανε μια μεγάλη βόλτα γύρω από το αγρόκτημα μήπως βρει κάτι ασυνήθιστο, κάτι από αυτά που είχε στο μυαλουδάκι του.
Ώσπου μια νύχτα, πέρα από το φράχτη, είδε μια μικρή γνώριμη λάμψη στον αέρα, σαν από πυγολαμπίδα. Την ακολούθησε μαγνητισμένος και χώθηκε στο
δάσος. Έτρεξε βιαστικά να την προλάβει και βλέποντας την να χάνεται σε μια μεγάλη στρόγγυλη τρύπα ενός ψηλού δέντρου, μπήκε κι αυτός.
Μέσα στο δέντρο δεν ήταν σκοτεινά όπως θα περίμενε, αλλά ούτε και φωτεινά με τα χρώματα της μέρας όπως είχε συνηθίσει να τα βλέπει ο Ράστυ.
Τα χρώματα του ουράνιου τόξου ήταν διάχυτα στην ατμόσφαιρα και μουσικές ακούγονταν από παντού. Μπροστά του αντίκρυσε ένα μεγάλο κτίριο που
έμοιαζε με παλιό εγκαταλελημένο εργοστάσιο. Άνοιξε δειλά την σιδερένια είσοδο και μπήκε μέσα. Ένας γελαστός κύριος τον υποδέχθηκε.
-Καλησπέρα σας κύριε τι μπορώ να κάνω για σας; Το όνομά μου είναι Μπάιρον και είμαι στη διάθεσή σας, είπε χαριτωλογόντας και υποκλίθηκε μπροστά του.
Ο Ράστυ τα'χασε. Πρώτη φορά τον έλεγαν κύριο.
- Ε... να ... ψάχνω για κάτι μαγικό. Κάτι ιδιαίτερο, οτιδήποτε!
- Ήρθατε στο σωστό μέρος κύριε. Ελάτε μαζί μου.
Ο Ράστυ τον ακολούθησε στους τεράστιους διαδρόμους του εργοστασίου, όπου δεξιά και αριστερά υπήρχαν πελώρια ράφια γεμάτα με κάθε λογής
αντικείμενα. Μπουκαλάκια πολύχρωμα, βάζα, παιχνίδια, φακοί, σφεντόνες, λούτρινα ζωάκια, ηλεκτρονικές συσκευές και τόσα άλλα...
- Συγνώμη, ρώτησε ο Ράστυ, τι είναι όλα αυτά τα αντικείμενα, μήπως είναι μαγικά;
- Ακριβώς, του είπε ο Μπάιρον, και άρχισε να του εξηγεί τι κάνει το κάθε ένα, περπατώντας ανάμεσα από τους διαδρόμους.
- Αυτό το μπουκαλάκι με το πράσινο υγρό, το ρίχνεις πάνω σου και παίρνεις ότι μορφή θέλεις! Μπορείς να γίνεις από δεινόσαυρος μέχρι μυρμήγκι.
Το βάζο με τις καραμέλες σε κάνει να πετάς. Οι ροζ καραμέλες είναι για πιο χαμηλές και ξεκούραστες πτήσεις, ενώ οι μπλε για γρήγορες και ψηλές
που φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Το κόκκινο τετράδιο στο αριστερό ράφι είναι για να προγραματίζεις τον καιρό. Σημειώνεις τον καιρό που θέλεις για την
επόμενη βδομάδα κι αυτό γίνεται. Αν ας πούμε θέλεις βροχές για τους αγρότες και τα σπαρτά, σημειώνεις βροχές. Αν πάλι έχεις κανονίσει να πας για σκι,
σημειώνεις χιόνι. Στο ράφι στα δεξιά σου υπάρχει η σφεντόνα ακριβείας. Σημαδεύεις ότι θέλεις, όσο μακριά κι αν είναι και το πετυχαίνεις πάντα.
Από κάτω είναι η χρυσόσκονη της χαράς. Σε όποιον τη ρίξεις θα τον κάνεις να γελάει. Όσο θυμωμένος ή στεναχωρημένος κι αν είναι, θα ξεχάσει τα πάντα
και θα γελάει και θα νιώθει ευτυχισμένος. Πιο κάτω είναι τα ράφια για παιδιά. Όλα τα παιχνίδια που βλέπεις πάνω είναι ζωντανά, έχουν διάρκεια ζωής
όσο και η δική σου, αλλά πρέπει να τα φροντίζεις και να τα ταΐζεις. Ζωάκια, αμαξάκια, δεινόσαυροι, ελικοπτεράκια, σούπερ ήρωες, όλα ζουν και λειτουργούν
μαζί σου. Εδώ δεξιά σου είναι τα παιχνίδια των κατασκευών. Με αυτά τα τουβλάκια κατασκευάζεις οτιδήποτε και αυτό γίνεται αληθινό. Το ίδιο συμβαίνει
και με αυτούς τους μαρκαδόρους. Ζωγραφίζεις κάτι κι αυτό αρχίζει να υπάρχει στ' αλήθεια. Θέλει όμως λίγο προσοχή για να μην ζωγραφίσεις κάτι
επικίνδυνο!
Ο Ράστυ καθόταν και τον κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι υπάρχουν τόσα καταπληκτικά μαγικά μαζεμένα σ' ένα μέρος.
Αισθανόταν τόσο ευτυχισμένος. Αχ! Μακάρι να μπορούσε να τα πάρει όλα και να τα δείξει σε όλους αυτούς που ποτέ δεν τον πίστευαν.
Σαν να διάβασε τη σκέψη του ο Μπάιρον, του εξήγησε ότι είχε το δικαίωμα να πάρει ένα και μόνο αντικείμενο, κάθε φορά που θα έμπαινε στο δέντρο
που ήταν η πύλη για το εργοστάσιο με τα μαγικά. Για αρχή αποφάσισε να πάρει τους μαγικούς μαρκαδόρους, αφού του άρεσε πολύ να ζωγραφίζει.
Έφυγε αφού ευχαρίστησε τον Μπάιρον και του υποσχέθηκε να ξανάρθει σύντομα.
- Να προσέξεις τη διαδρομή για το δέντρο! του φώναξε ο Μπάιρον από μακριά - δεν το ξεχωρίζεις και τόσο εύκολα...
Βγαίνοντας από την τρύπα του δέντρου, τύλιξε γύρω στον κορμό ένα σχοινί για να ξεχωρίζει και περπατώντας το δρόμο του γυρισμού, χάραζε το έδαφος
μ'ένα κλαδί για να το σημαδέψει. Έφθασε στο κτήμα ενθουσιασμένος και χαρούμενος και κλείστηκε στο δωμάτιό του για να αρχίσει τις ζωγραφιές που θα
ζωντάνευαν. Πρώτα ζωγράφισε ένα δέντρο στον κήπο μπροστά από το δωμάτιό του. Μόνο που οι καρποί του δέντρου δεν ήταν συνηθισμένοι.
Το πολύχρωμο δέντρο είχε στα κλαδιά του ζαχαρωτά και σοκολάτες, καραμέλες και μαστίχες, φράουλες και κεράσια, αμύγδαλα και σπόρια, όλα αυτά
που τόσο αγαπούσε ο Ράστυ. Το δέντρο αμέσως ζωντάνεψε και στόλισε τον κήπο. Τώρα θα μπορούσε όποτε ήθελε να απολαμβάνει τις αγαπημένες του
λιχουδιές. Έπειτα ζωγράφισε ένα μεγάλο παιδότοπο με κούνιες, τσουλήθρες, δίχτυ για σκαρφάλωμα που τόσο του άρεσε, τραμπολίνο και σβούρα.
Επιτέλους, δεν θα χρειαζόταν να κάνει μισή ώρα δρόμο ως το χωριό που είχε μόνο τσουλήθρα και δυο παλιές κούνιες, και θα μπορούσαν να έρχονται
και οι φίλοι του να παίζουν παρέα. Ο παιδότοπος ζωντάνεψε και πήρε θέση δίπλα στο κοτέτσι. Σειρά είχε τώρα ένα ποδήλατο. Ποτέ του δεν είχε ένα
δικό του, αφού οι φτωχοί γονείς του δεν είχαν λεφτά για να του αγοράσουν. Έτσι, έκανε βόλτες με τα παλιά ποδήλατα που του έδιναν οι φίλοι του.
Ζωγράφισε αμέσως ένα μπλε αστραφτερό ποδήλατο, με μεγάλες ρόδες και καμπυλωτό τιμόνι. Το ποδήλατο πήρε μορφή κι έγινε αληθινό.
Ήταν απλά τέλειο. Δεν χόρταινε να το κοιτάζει. Το καβάλησε με μιας και ξεχύθηκε στα χωράφια κάνοντας τις πιο καταπληκτικές βόλτες της ζωής του.
Το βράδυ που ξάπλωσε στο κρεβάτι του εξαντλημένος, κοιμήθηκε ευτυχισμένος και χαρούμενος.
Το πρωί ξύπνησε ανήσυχα ακούγοντας απ' έξω από το δωμάτιό του ομιλίες από πολλά άτομα ταυτόχρονα. Κόσμος είχε μαζευτεί στην αυλή του από
τη γειτονιά και συζητούσε για το παράξενο θέαμα που αντίκρυζε. Κανένας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μπορεί να υπάρχει δέντρο με σοκολάτες και
ζαχαρωτά, φράουλες και ξηρούς καρπούς. Πως φυτρώσαν αυτά πάνω στα κλαδιά; Και πως στο καλό χτίστηκε ένας τόσο μεγάλος παιδότοπος στην
αυλή τους μέσα σε μια νύχτα;
- Αχά!!! Τώρα με πιστεύετε; τους είπε ο Ράστυ φωναχτά. Εγώ σας το'λεγα ότι υπάρχουν μαγικά και σεις νομίζατε ότι υπάρχουν μόνο στο μυαλό μου.
- Εγώ σε πιστεύω, του είπε ένας γείτονας. Μήπως μπορείς να μου φτιάξεις και μένα ένα δέντρο με παγωτά που τα έχω τόση αδυναμία; Θα σου είμαι
ευγνώμων τον παρακάλεσε.
- Μα και βέβαια, αποκρίθηκε ο Ράστυ. Πως μπορούσε άλλωστε να αρνηθεί. Του άρεσε τόσο πολύ να είναι χρήσιμος και να προσφέρει τη βοήθειά του.
- Και γω θα ήθελα αν μπορείς να μου φτιάξεις μια νεροτσουλήθρα με πισίνα, τον παρακάλεσε ένας άλλος γείτονας. Και μετά και τρίτος και τέταρτος...
Μέσα σε μια βδομάδα το χωριό είχε γίνει αγνώριστο. Παντού έβλεπες πισίνες και παιδότοπους, πολύχρωμα δέντρα και νεροτσουλήθρες, ποδηλατάκια
και αμαξάκια. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι κι έπαιζαν όλη μέρα. Όλοι εκτός από τα καϋμένα τα ζώα που τα είχαν παρατήσει και δεν τα φρόντιζαν πια.
Με το ζόρι τα τάιζαν και μάλιστα όχι όσο έπρεπε. Το ίδιο γινόταν και με τα χωράφια που μαράζωναν μέρα με την ημέρα. Δεν είχε πια κανένας την ανάγκη
να τα ποτίσει και να τα οργώσει, αφού είχε όλα τα τρόφιμα που χρειαζόταν στο μαγικό δέντρο της αυλής του.
Έτσι μετά από λίγες μέρες τα ζώα αρρώστησαν και τα χωράφια ξεράθηκαν με αποτέλεσμα να καταστραφούν όλα τα σπαρτά. Τότε κατάλαβαν οι αγρότες
πόσο μεγάλο λάθος είχαν κάνει. Ήταν τόσο συναισθηματικά δεμένοι με τα ζώα τους και τα χωράφια τους που όλη μέρα έκλαιγαν απαρηγόρητοι.
Αμέσως ο Ράστυ έτρεξε στο δάσος, ακολούθησε το σημαδεμένο έδαφος και χώθηκε κατευθείαν στο δέντρο με το τυλιγμένο σχοινί.
Στο εργοστάσιο με τα μαγικά τον υποδέχθηκε ο Μπάιρον που κατάλαβε αμέσως την ανησυχία του. Μόλις του εξήγησε ο Ράστυ τι συνέβη, του έδωσε το
τετράδιο που θα μπορούσε να φέρει βροχή για τα χωράφια για τις επόμενες μέρες, και τους μαγικούς μαγνήτες, που ρουφάν οποιαδήποτε αρρώστια
από κάθε πλάσμα που πλησιάζει τους πόλους. Τον ευχαρίστησε κι έφυγε τρέχοντας για το χωριό, ελπίζοντας να προλάβει τα ζώα πριν πεθάνουν.
Μόλις έφθασε, άρχισε να πηγαίνει από στάβλο σε στάβλο και από κοτέτσι σε κοτέτσι, γιατρεύοντας τα ζώα με το μαγικό μαγνήτη του. Στη συνέχεια
έγραψε στο μαγικό τετράδιο βροχές για τις επόμενες δέκα μέρες, ώστε να ποτιστούν και τα χωράφια.
Μετά από λίγες μέρες, και τα χωράφια επανήλθαν στη φυσική τους κατάσταση και τα ζώα. Η ζωή στο χωριό είχε ξαναπάρει τους φυσιολογικούς της
ρυθμούς. Οι χωρικοί είχαν καταλάβει πλέον ότι δεν έπρεπε να το παρακάνουν με τα καινούρια τους αποκτήματα και ο Ράστυ από την πλευρά του
προσπαθούσε να μην πηγαίνει και τόσο συχνά στο εργοστάσιο με τα μαγικά. Φυσικά αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο...
Μια φορά κι έναν καιρό, διοργανώθηκε στο δάσος μια υπέροχη γιορτή, για την επέτειο των 10 χρόνων
από την ημέρα που είχε πιάσει φωτιά. Πέρασαν 10 χρόνια ευτυχισμένα, χωρίς καπνούς και δυσφορία,
χωρίς μετακομίσεις και ανασφάλεια, χωρίς νεκρά δέντρα. Η ευτυχία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο όλων των ζώων.
Ο αρχηγός του δάσους, ο αρκούδος Όλαφ, οργάνωσε καλλιστεία για την ανάδειξη του πιο όμορφου ζώου, στο μεγάλο
ξέφωτο του δάσους, ενθύμιο από την τελευταία καταστροφική πυρκαγιά. Ήθελε να διώξει την άσχημη ανάμνηση από το
μυαλό όλων των κατοίκων του δάσους, ώστε όταν βρίσκονται στο ξέφωτο να φέρνουν εικόνες γλεντιού και γιορτής.
Οι ετοιμασίες ξεκίνησαν με έντονους ρυθμούς. Σ' όλο το δάσος άκουγες τις εργασίες για το στήσιμο των σκηνικών
και των ξύλινων κερκίδων. Η φαρδιά πασαρέλα ήταν σχεδόν έτοιμη, όπως και οι μεγάλοι προβολείς.
Το στόλισμα των δέντρων προχωρούσε και το ράψιμο των ρούχων και των στολών συνεχιζόταν πυρετοδώς.
Περίπου 1000 καθίσματα στις κερκίδες θα φιλοξενούσαν τους θεατές, που θα ήταν ταυτόχρονα και κριτές των υποψήφιων.
Επειδή δεν ήταν δυνατόν να συσταθεί επιτροπή που να αξιολογήσει τους διαγωνιζόμενους με δίκαιο τρόπο, αποφασίστηκε
οι ίδιοι οι θεατές να σηκώνουν το χέρι τους, δίνοντας τη ψήφο τους στο ζώο της αρεσκείας τους.
Οι μέρες κυλούσαν με χαρά και ανυπομονησία απ' όλους, ώσπου έφτασε η μεγάλη μέρα. Όλα ήταν στημένα στην εντέλεια.
Ο Όλαφ έλεγε και ξανάλεγε πόσο περήφανος ήταν με την εργατικότητα και τη θετική συμπεριφορά όλων των ζώων,
που έβαλαν στην άκρη όλες τις διαφωνίες και τις αντιπαλότητες που είχαν μεταξύ τους και συνεργάζονταν μ' αυτόν
τον τρόπο. Η γιορτή ξεκίνησε με τραγούδια και οι κερκίδες γέμισαν από ζώα που σχημάτισαν ομάδες και χωρίστηκαν
σύμφωνα με το είδος τους. Αριστερά κάθισαν τα κουνέλια, δίπλα τους τα ελάφια, πιο εκεί οι χελώνες, δεξιά οι αρκούδες
και δίπλα στις αρκούδες κάθισαν οι αλεπούδες. Στο κέντρο έκατσαν οι σκίουροι, δεξιά τους τα γουρουνάκια και αριστερά
τους οι λύκοι. 'Ολοι ήταν εκεί. Τα φώτα άναψαν και ο πρώτος διαγωνιζόμενος έκανε τη βόλτα του στην πασαρέλα.
Η λύκαινα η Φρόσω τέλειωσε την επίδειξη της μ' έναν χαιρετισμό γεμάτο αυταρέσκεια. Ο Όλαφ έδωσε τότε το σύνθημα
στο κοινό να ψηφίσουν για τη Φρόσω, ώστε να καταμετρηθούν οι ψήφοι. Όπως ήταν φυσικό όλοι οι λύκοι σήκωσαν
τα χέρια τους, συνοδεύοντας τη ψήφο τους με σφυρίγματα και επιδοκιμασίες. Συνολικά μετρήθηκαν 76 ψήφοι για τη Φρόσω,
που χαμογελούσε περήφανη στα παρασκήνια. Αμέσως ακολούθησε η επίδειξη της λαγουδίτσας της Ευτέρπης.
Ευκίνητη και αεράτη τελείωσε τη σειρά της με δύο τσαχπίνικες πιρουέτες. Με το σύνθημα του Όλαφ για ψήφο, όλοι οι λαγοί
σήκωσαν τα χέρια τους, φωνάζοντας συνθήματα για την ομορφιά της Ευτέπης. 83 ψήφοι μετρήθηκαν από τον Όλαφ
και τους βοηθούς του. Αμέσως ξεσηκώθηκαν οι λύκοι από τα καθίσματα, διαμαρτυρόμενοι ότι υπήρχαν κι άλλοι λύκοι
στις φωλιές που δεν ήρθαν λόγω αδιαθεσίας. Έτσι στείλανε γρήγορα αγγελιοφόρους να πάνε να φωνάξουν και τους
υπόλοιπους λύκους που έλειπαν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να διακοπεί προσωρινά η εκδήλωση, ώστε να φωνάξουν
και τους υπόλοιπους οι λαγοί, μετά ακολούθησαν και τα σκιουράκια, οι χελώνες, οι αλεπούδες....
Αυτό δεν ήταν πια ένας διαγωνισμός ομορφιάς, αλλά διαγωνισμός αριθμητικής υπεροχής και δύναμης. Πως θα ήταν
άλλωστε δυνατόν να ψηφίσει ποτέ ένας λαγός μια χελώνα, ότι είναι πιο όμορφη από τον ίδιο, ή ένας λύκος να ψηφίσει
μια αλεπού. Ο πανικός που ακολούθησε δεν περιγράφεται. Η διαμάχη πήρε διαστάσεις μέσα σε λίγα λεπτά, οι κερκίδες
άρχισαν να γκρεμίζονται, τα σκηνικά και η πασαρέλα ξεριζώθηκαν και οι μεγάλοι προβολείς με τα καλώδια και τα
στηρίγματα έπεσαν κάτω. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν βραχυκυκλώματα και σπίθες που προκάλεσαν
φωτιά, η οποία πήρε αμέσως ανεξέλεγκτες διαστάσεις, κάνοντας όλα τα ζώα να τραπούν σε άτακτη φυγή.
Οι φλόγες άρχιζαν να πλησιάζουν τα πρώτα σπίτια, τα σπίτια των λύκων. Την ώρα που οι λύκοι άρχισαν να ουρλιάζουν
από την τρομάρα τους, εμφανίστηκαν πέντε- έξι γουρουνάκια με κουβάδες στα χέρια τους. Ακολούθησαν οι λαγοί και οι
αλεπούδες και σε λίγο σχηματίστηκε μια μεγάλη αλυσίδα απ' όλα τα ζώα, που δώσανε μάχη με τις φλόγες,
γεμίζοντας και αλλάζοντας στα χέρια τους κουβάδες με νερό. Η φωτιά κατάφερε να καταστρέψει αρκετά σπίτια
απ' όλους τους κατοίκους του δάσους. Η επόμενη μέρα βρήκε τα ζώα εξουθενωμένα πάνω από τα χαλάσματα
των σπιτιών και τις στάχτες και τη φωτιά σβησμένη. Σιγά σιγά άρχισαν να σηκώνονται και να μαζεύουν τα αποκαΐδια,
απογοητευμένοι με τους ίδιους τους εαυτούς τους. Ξεκίνησαν να συγκεντρώνουν ξύλα και άχυρα, πανιά και καρφιά,
για να ξαναχτίσουν τις φωλιές τους από την αρχή. Μια γιορτή και εκδήλωση χαράς ήταν η αιτία να μαλώσουν,
ενώ μια καταστροφή και πηγή δυστυχίας τους έκανε να μονιάσουν και να ξαναγίνουν οικογένεια.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια παιδική χαρά με παλιές κούνιες και σκουριασμένες τσουλήθρες, έπαιζε μια παρέα παιδιών με αρχηγό τον Ρήγα.
Σαν μεγαλύτερος της παρέας, οκτώ χρονών γεμάτα, αποφάσισε να πάνε όλοι μαζί για εξερεύνηση στο διπλανό λόφο, αφού είχαν βαρεθεί τα ίδια παιχνίδια.
Εδώ και πολλές εβδομάδες έβλεπαν σ'ένα ύψωμα, παρατημένο ένα παλιό τρένο με πολλά βαγόνια στη σειρά. Ανηφόρισαν το λόφο με γέλια και αστεία
πειράγματα και φτάσαν στο τρένο μόλις άρχισε να νυχτώνει. Στο πρώτο βαγόνι που μπήκαν επικρατούσε σκοτάδι, υγρασία και μυρωδιά κλεισούρας.
Τα γέλια τους σταμάτησαν και ο ενθουσιασμός της εξερεύνησης μετατράπηκε σε φόβο και ανησυχία. Η πόρτα του βαγονιού έκλεισε πίσω τους με θόρυβο,
κάνοντας τους μικρότερους της παρέας να βγάλουν επιφωνήματα φόβου.
- Τώρα πως θα βγούμε από δω μέσα; αναφώνησε ένα κοριτσάκι τρομαγμένο.
- Μη φοβάστε, είπε ο Ρήγας, ακολουθήστε με.
Μπροστά ο Ρήγας και πίσω οι υπόλοιποι, πέρασαν από το ένα βαγόνι στο άλλο μέσα από μια στενή εσωτερική πόρτα, μέχρι που έφτασαν στο πρώτο
βαγόνι που ήταν και τα χειριστήρια οδήγησης. Ένα βαγόνι πιο πίσω ήταν η μηχανή. Νιώθοντας μεγάλη περιέργεια για όλους αυτούς τους διακόπτες και
τους μοχλούς, τα παιδιά άρχισαν να πειράζουν ότι έβλεπαν μπροστά τους με την ελπίδα να κάνουν τη μηχανή να λειτουργήσει. Στο κέντρο της μηχανής
υπήρχε μια μεγάλη στρόγγυλη τρύπα σαν χωνί, που συνδεόταν κατευθείαν με το φουγάρο που βγάζει τον καπνό από πάνω.
- Εδώ θα ρίχνουν τα κάρβουνα, είπε ο Μανώλης, ο πιο κολλητός φίλος του Ρήγα. Φαντάζεστε να μπορέσουμε να το βάλουμε μπρος και να πάμε βόλτα
στα γύρω χωριά; Θα μπορούσαν να ανέβουν επάνω κι άλλα παιδιά.
Προσπαθούσαν πολλή ώρα αλλά μάταια, ώσπου απογοητευμένοι τα παράτησαν και αποφάσισαν να παίξουν κάποιο παιχνίδι για να περάσει η ώρα τους
ευχάριστα. Ξεκίνησαν να παίζουν κλέφτες και αστυνόμους και με τα πρώτα γέλια που ακούστηκαν, ένας μεταλλικός ήχος βγήκε από τη μηχανή.
- Σσσσσς, κάντε λίγο ησυχία, είπε ο Μανώλης. Μου φαίνεται ότι η μηχανή πήρε μπρος.
Έστησαν αυτί για λίγο αλλά τίποτα. Δεν ξανακούστηκε κάτι. Ξανάρχισαν το παιχνίδι τους και μόλις γέλασε η Μάγδα, η μικρότερη της παρέας,
ο μεταλλικός ήχος ξανακούστηκε. Τότε κατάλαβαν ότι η μηχανή αντιδρά μόλις ακουστεί κάποιο γέλιο. Συνέχισαν να γελάνε και η μηχανή πήρε μπρος.
Ο Ρήγας έτρεξε στη θέση του οδηγού και είδε όλο το ταμπλό φωτισμένο και όλες τις οθόνες με τις ενδείξεις ανοικτές. Ολόκληρο το τρένο με τα 28 βαγόνια
σηκώθηκε στον αέρα, σε απόσταση ένα μέτρο από το έδαφος και άρχισε σιγά σιγά να κινείται εμπρός. Ο Ρήγας άρπαξε το τιμόνι ενθουσιασμένος
και ο Μανώλης έκατσε δίπλα του στη θέση του συνοδηγού, μπροστά στον πίνακα με τις ενδείξεις της ταχύτητας και των φρένων.
Η χαρά ήταν ολοφάνερη στα πρόσωπα των υπόλοιπων της παρέας, που συνέχισαν να γελάνε και να παίζουν γύρω από τη μηχανή.
- Παιδιά, ελάτε γρήγορα να δείτε! φώναξε η Μάγδα που είχε βγάλει το προσωπάκι της από το παράθυρο.
Από το μεγάλο φουγάρο που βρισκόταν από πάνω τους, δεν έβγαινε καπνός αλλά κάτι σαν ασημένια σκόνη που λαμπύριζε στο σκοτάδι.
Όταν πρόσεξαν καλύτερα διαπίστωσαν ότι ήταν αστερόσκονη, που έφτανε ως ένα σημείο και μετά εξαφανιζόταν. Δεν ήξεραν όμως ότι η αστερόσκονη αυτή
ανέβαινε ψηλά στον ουρανό και ότι κάθε κόκκος μεταμορφωνόταν σ'ένα λαμπρό άστρο που έπαιρνε τη θέση του στο στερέωμα του Γαλαξία μας.
Κάθε αστέρι που βρισκόταν ψηλά στον ουρανό έπαιρνε το όνομα των παιδιών που βρισκόταν μέσα στο τρένο και φώτιζε τη ζωή τους για όσο θα ζούσαν,
χαρίζοντάς τους τύχη και ευτυχία. Όσα παιδιά θα ανέβαιναν στο τρένο στη συνέχεια της πορείας του, θα απολάμβαναν κι αυτά τα ίδια προνόμια τύχης
και ευημερίας. Αυτό φυσικά δεν το ήξερε ούτε ο Ρήγας που ήταν στο τιμόνι, ούτε ο Μανώλης. Ήξεραν όμως ότι ήθελαν να γυρίσουν όσο πιο πολλά χωριά
της περιοχής μπορούσαν και να επιβιβάσουν όσο πιο πολλά παιδιά γινόταν, ώστε να τα εντυπωσιάσουν.
Το τρένο συνέχισε την αέρινη πορεία του, πάνω από κάμπους και λειβάδια, πάνω από βουναλάκια και μέσα από χωριά. Δεν χρειαζόταν ράγες κάτω
από τις ρόδες του, αφού ήταν στον αέρα. Έτσι μπορούσε να περάσει πάνω από τα πιο απίθανα μέρη. Ο τελικός προορισμός που είχε στο μυαλό του
ο Ρήγας ήταν η θάλασσα, μια και δεν είχε πάει ποτέ. Πάντα ήθελε να δει πως είναι τα γαλάζια νερά που είχε ακούσει από περιγραφές.
Οι στάσεις στα γύρω χωριά συνεχιζόταν και όσο πιο πολλά παιδάκια ανέβαιναν στα βαγόνια του, τόσο πιο πολλά γέλια ακούγονταν.
Η μηχανή μετέτρεπε τα γέλια σε ενέργεια κίνησης και την αποθήκευε σε ειδικές δεξαμενές. Έτσι, με δύο ή τρεις ώρες παιδικών γέλιων θα μπορούσε
να ταξιδεύει μέρες. Η αστερόσκονη συνέχιζε να στροφιλίζεται στον αέρα και ο ουρανός φωτίστηκε από τη λάμψη των άστρων όπως δεν είχε φωτιστεί ποτέ.
Μετά από λίγες ώρες έφτασαν πάνω από τη θάλασσα και ξαφνικά το τρένο σταμάτησε από μόνο του και ακινητοποιήθηκε πάνω από τη σκοτεινή θάλασσα.
Μάταια προσπαθούσαν ο Ρήγας και ο Μανώλης να το κάνουν να ξεκινήσει. Ξαφνικά ακούστηκε ένα δυνατός θόρυβος σαν κάτι που έτριζε. Όλα τα βαγόνια
άρχισαν να φωτίζονται το ένα μετά το άλλο και μουσικές άρχισαν να ακούγονται, διαφορετικές στο κάθε ένα. Τα παιδάκια που είχαν γεμίσει όλο το τρένο
πιάσαν το χορό και από τις κλειστές πόρτες του εστιατορίου άρχισαν να βγαίνουν σερβιτόροι, που μοίραζαν πιατέλες με λιχουδιές σε όλους τους χώρους.
Ο Ρήγας με το φίλο του παράτησαν το τιμόνι κι έτρεξαν πεινασμένοι πίσω από τις μυρωδιές.
Ο κόσμος που έμενε κοντά στην παραλία, βγήκε από τα σπίτια του αντικρύζοντας ένα πολύ παράξενο θέαμα. Πάνω στο νερό ήταν σταματημένο ένα
φωταγωγημένο τρένο, που από τα βαγόνια του ακούγονταν παιδικά τραγούδια και γέλια κι ανάβλυζαν γαργαλιστικές μυρωδιές. Αυτό έμοιαζε σίγουρα
μ'ένα μεγάλο πάρτυ. Παιδιά έτρεξαν προς το μέρος του και είδαν με μεγάλη έκπληξη να πετάγονται από το μεγάλο φουγάρο, κουτιά τυλιγμένα
με πολύχρωμες κορδέλες και να πέφτουν στα χέρια τους. Δεν ήταν όμως τυχαία παιχνίδια. Ήταν αυτά που το κάθε παιδί είχε στο μυαλό του και που δεν
μπορούσε ποτέ να αποκτήσει επειδή ήταν φτωχό.
Το τρένο ξεκίνησε να κινείται προς τα εμπρός από μόνο του, χωρίς να ελέγχει πια την πορεία του ο Ρήγας. Έφυγε από τη θάλασσα και κατευθύνθηκε
στην πιο κοντινή πόλη. Μόλις έφτασε, έκανε μια στάση πάλι από μόνο του, στην κεντρική λεωφόρο της πόλης, πάνω από τα δεκάδες αμάξια που ήταν
σταματημένα από κάτω του. Οι μουσικές και τα φώτα δυνάμωσαν και ο ήχος από την κόρνα του ακούστηκε για πρώτη φορά δυνατά. Σαν να ήθελε
να διαφημίσει την παρουσία του. Κόσμος άρχισε να το πλησιάζει, παιδιά και μεγάλοι, φτωχοί και πλούσιοι και μέσα σ'αυτούς και πολύ άστεγοι που
έμεναν στους δρόμους. Τα πολύχρωμα κουτιά άρχισαν να πετάγονται από το φουγάρο το ένα μετά το άλλο. Δεν έπεφταν όμως στο δρόμο, ούτε σε
τυχαία χέρια. Κουτιά με φαγητά έπεφταν στην αγκαλιά των φτωχών και κουτιά με ρούχα στην αγκαλιά των άστεγων. Άλλα είχαν μέσα κουβέρτες και άλλα
παιχνίδια. Μερικά από αυτά είχαν και χρήματα. Αυτό ήταν σίγουρα κάτι που θα έκανε πολύ κόσμο ευτυχισμένο. Αυτός άλλωστε ήταν και ο σκοπός.
Τα παιδιά μέσα στο τρένο το κατάλαβαν και αποφάσισαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους και σε άλλες χώρες ακόμη πιο μακρινές. Χώρες που θα είχαν
ακόμη πιο μεγάλες ανάγκες σε τρόφιμα και σε φάρμακα. Έτσι κι αλλιώς το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να γελάνε...
Ο Στρατηγός των μικροβίων
Πιστεύω απόλυτα,
ότι αφιερώνοντας κάθε βράδυ μισή ώρα στα παιδιά μας για να τους πούμε ένα παραμύθι,
έστω κι αν δεν προλάβαμε να παίξουμε μαζί τους κατά τη διάρκεια της μέρας,
έστω κι αν είναι πολύ μικρά ή πολύ μεγάλα σε ηλικία,
εισπράττουν μια μεγάλη δόση ζεστασιάς που θα τους ακολουθεί για πολλά χρόνια...

Μια φορά κι έναν καιρό, σ'ένα πανέμορφο και πλούσιο κάστρο ζούσε ο Βασιλιάς Άλιστρος με το μοναχοπαίδι του τον Αρτάκο.
Στο παλάτι επικρατούσε πάντα ηρεμία, κάτι που το μετέδιδε ο Βασιλιάς σε όλους τους υπηκόους του, που διοικούσε πάντα με δικαιοσύνη και γεναιοδωρία.
Όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου του τον αγαπούσαν και τον ευγνωμονούσαν και υπήρχε τάξη και ευημερία σε όλη την γύρω περιοχή.
Ο γιός του ο Αρτάκος, ήταν πάντα πρόθυμος να βοηθήσει το μπαμπά του και να ασχολείται επιμελώς με όλες τις πριγκιπικές ασχολίες. Ξιφομαχία, ιππασία,
χορός, μουσική και λογοτεχνία ήταν μόνο μερικές από τις τόσες ασχολίες που είχε σαν πρίγκιπας. Και σε όλες προσπαθούσε πάντα να διαπρέπει.
Στο διπλανό βασίλειο, ένα λόφο πιο πέρα, επικρατούσε τυρανία και δυστυχία. Ο Βασιλιάς Ρόγκος, κυβερνούσε πάντα με το μαστίγιο και το βούρδουλα.
Σε όλη την περιοχή του επικρατούσαν άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Όλοι οι πολίτες ήταν φτωχοί και δυστυχισμένοι και είχαν πέσει σε βαθύ
μαρασμό. Ζηλεύοντας ο Βασιλιάς την ευτυχία και ευημερία που απολάμβαναν ο Άλιστρος και οι πολίτες του, έβαλε τον πιο μοχθηρό Στρατηγό του να βρει
τρόπο να τους καταστρέψει. Ο στρατηγός Μπένις, που όλοι τον έτρεμαν και άλλαζαν δρόμο για να μην τον συναντήσουν, πήρε μπόλικο χρυσάφι από τον
Βασιλιά Ρόγκο για να καταστρώσει ένα καλό σχέδιο εξόντωσης. Το βασίλειο του Άλιστρου δεν ήταν εύκολος στόχος. Την βασιλική φρουρά αποτελούσαν
πενήντα ικανότατοι ιππότες και το κάστρο φυλαγόταν μέρα νύχτα από εκατοντάδες επιδέξιους ξιφομάχους και ακοντιστές.
Χωρίς να χάσει καιρό ανηφόρισε ως την κορφή του λόφου, όπου και βρήκε το διαβόητο μάγο Καλτάσαρ, γνωστό για την πονηριά του και τις δόλιες
μαγικές του ικανότητες.
- Τι μπορώ να κάνω για σένα, ω αξιότατε στρατηγέ Μπένις; είπε ο μάγος με μάτια που γυάλιζαν.
- Πρέπει να καταστρέψω το διπλανό κάστρο του Άλιστρου, είπε ο στρατηγός με κακία. Αν με βοηθήσεις θα σε γεμίσω με χρυσάφι, αλλιώς θα σε πετάξω
στη φυλακή, του είπε με βλέμμα που πετούσε φωτιές.
- Άρχοντά μου, έχω ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι, είπε ο μάγος και τον οδήγησε στην αποθήκη.
Στον ένα τοίχο ήταν ακουμπισμένα μια σειρά από χρυσά γυαλισμένα σπαθιά και ασημένια τόξα και στον άλλον τοίχο μια σειρά από χάλκινες ασπίδες.
- Μα γι' αυτό με κουβάλησες εδώ; είπε ο στρατηγός νευριασμένος. Τέτοια όπλα έχω ένα σωρό.
- Όχι αρχοντά μου, μη βιάζεσαι. Αυτά δεν είναι συνηθισμένα σπαθιά. Έχουν την μαγική ιδιότητα να καταστρέφουν όποια επιφάνεια και να χτυπήσουν
χωρίς ποτέ να παθαίνουν τίποτε. Μπορείς να χτυπήσεις χοντρό ξύλο ή και πέτρα και να το σπάσεις με ευκολία χωρίς να πάθει το σπαθί την παραμικρή
γρατσουνιά. Το ίδιο συμβαίνει και με τα βέλη όπως επίσης και με τις ασπίδες που μπορούν να αποκρούσουν και τις ισχυρότερες επιθέσεις χωρίς ποτέ
να αλοιώνονται. Έτσι οι ιππότες σου θα είναι ανίκητοι.
- Χμ, καλά. Πόσο κοστίζουν τα τριάντα σπαθιά με τις ασπίδες και τα τόξα;
- Τριάντα χρυσά νομίσματα άρχοντά μου.
- Έλα, πάρε είκοσι και πολλά σου είναι, είπε ο στρατηγός με κακία και του πέταξε τα νομίσματα.
Ο μάγος δεν μίλησε γιατί φοβόταν τη φυλακή. Του'δωσε τα όπλα αλλά κράτησε στο μυαλό του μια αφορμή για εκδίκηση, όταν θα έβρισκε την ευκαιρία...
Ο στρατηγός Μπένις εξόπλισε τους πιο εκλεκτούς ιππότες του με τα καινούρια όπλα και με τις διαταγές του βασιλιά Ρόγκου ξεκίνησε για το απέναντι κάστρο.
Είχε σκοπό να τους αιφνιδιάσει.
Η επίθεση ήταν σφοδρή και βάρβαρη και οι αμυντική φρουρά του κάστρου του Άλιστρου άρχισε να λυγίζει για πρώτη φορά στην ιστορία του παλατιού.
Ο μικρός πρίγκιπας, ο Αρτάκος, δεν είχε ξαναδεί τον πατέρα του τόσο ανήσυχο. Βλέποντας την εμπροσθοφυλακή να υποχωρεί και το στρατό του Μπένις
να κερδίζει συνεχώς έδαφος, βγήκε από την μυστική πύλη του παλατιού κι έτρεξε προς το λόφο. Είχε ακούσει για κάποιον μοχθηρό μάγο που έμενε στην
κορυφή κι έλπιζε ότι θα μπορούσε να τους βοηθήσει πριν να είναι αργά.
Ο μάγος που συνάντησε όταν έφτασε ήταν ο Καλτάσαρ, που τον περίμενε με χαιρεκακία σαν να ήξερε τον ερχομό του.
- Σε παρακαλώ πολύ σεβαστέ μου μάγε, βοήθα με, το παλάτι κινδυνεύει ! είπε ο Αρτάκος με αγωνία και πριν προλάβει να του εξηγήσει τι είχε γίνει,
ο μάγος έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό μπουκαλάκι που περιείχε ένα κόκκινο υγρό που φωσφόριζε.
- Τι είναι αυτό; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας, πως θα με βοηθήσει;
- Θα πιεις μια μικρή γουλίτσα από αυτό το υγρό και αυτόματα θα φταρνιστείς. Από το στόμα σου θα πεταχτούν εκατομμύρια μικρόβια, τα οποία θα είναι
και ο προσωπικός σου στρατός.
- Μα δεν καταλαβαίνω, τι μπορώ να κάνω με τα μικρόβια αυτά;
- Θα τα κατευθύνεις με τη σκέψη σου εναντίον των αντίπαλων ιπποτών. Τα υπόλοιπα θα τα κάνουν αυτά μόνα τους. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι τα όπλα
που πρέπει να νικήσεις, αλλά αυτούς που τα χειρίζονται. Και πίστεψέ με, αυτοί δεν είναι άτρωτοι, είπε ο μάγος με νόημα. Εσύ θα κάτσεις όπως κάθονται
οι στρατηγοί και θα παρακολουθείς.
- Ευχαριστώ πολύ αλλά δεν έχω χρήματα να σε πληρώσω, απάντησε ο Αρτάκος.
- Μην στεναχωριέσαι δεν πειράζει, είπε ο μάγος, η πληρωμή μου θα είναι η ηθική ικανοποίηση... και τα μάτια του έλαμψαν και πάλι.
Ο πρίγκιπας έτρεξε με μιας στο κάστρο του και ξαναμπήκε μέσα από την πίσω πόρτα. Η κατάσταση ήταν πολύ κρίσιμη και η μπροστινή πύλη ήταν
έτοιμη να καταρεύσει από τα απανωτά χτυπήματα. Η μάχη ήταν άνιση. Τα χτυπήματα από τα μαγικά σπαθιά των αντιπάλων ήταν καταστρεπτικά και οι
ασπίδες τους ήταν άφθαρτες. Τόσα βέλη και ακόντια εκσφεδονίστηκαν εναντίον τους χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Ο Αρτάκος ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του κάστρου, δίπλα στη σημαία, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του πατέρα του. Πήρε θέση προς τους
αντίπαλους μαχητές, ακριβώς όπως κάνουν και οι στρατηγοί, και ήπιε μια γουλιά από το μαγικό υγρό. Αμέσως άνοιξε το στόμα του, έκλεισε τα μάτια του,
έγειρε πίσω το κεφάλι του και φταρνίστηκε με δύναμη. Εκκατομύρια μικρόβια ξεχύθηκαν στον αέρα κι έμειναν μετέωρα για λίγο. Μόλις ο πρίγκιπας
κοίταξε προς τους εχθρούς κι έβαλε με το νου του την καταστροφή τους, τα μικρόβια, σαν ένας καλά εκπαιδευμένος στρατός κατευθύνθηκαν προς αυτούς.
Εισχώρησαν από τη μύτη τους και το στόμα τους μέσα στον οργανισμό τους και άρχισαν αμέσως να τους προκαλούν συμπτώματα από διάφορες αρρώστιες.
Εμετούς, πυρετό, τσούξιμο στα μάτια, φαγούρα, ζαλάδες, πονοκεφάλους, έντονο βήχα, στομαχόπονο. Οι καυμένοι δεν ήξεραν από που τους ήρθε.
Ο βασιλιάς Άλιστρος που εκείνη την ώρα ήταν στην μπροστινή πολεμίστρα και παρακολουθούσε με αγωνία, είδε ξαφνικά τους αντίπαλους ιππότες να
πετάνε βιαστικά τα όπλα και τις πανοπλίες στο έδαφος και να πέφτουν κάτω ο ένας μετά τον άλλο, χωρίς να έχουν χτυπηθεί από κάποιο βέλος
ή σπαθί. Τότε αντιλήφθηκε τα συμπτώματά τους και κατάλαβε τι είχε γίνει. Οι φρουρά του παλατιού βρήκε την ευκαιρία και μάζεψε τα μαγικά όπλα,
αφήνοντας τους ιππότες του Ρόγκου άρρωστους και άοπλους να βογκάνε στο έδαφος.
Η επόμενη μέρα βρήκε τον Αρτάκο και τον Βασιλιά πιο ευτυχισμένους από ποτέ, αφού όχι μόνο είχαν προστατέψει το κάστρο τους, αλλά εξοπλίστηκαν
και με τα μαγικά όπλα των αντιπάλων, πράγμα που θα τους έκανε ακόμη πιο ασφαλείς από εξωτερικούς εισβολείς.
Ο στρατηγός Μπένις με τη σειρά του, φυλακίστηκε από τον κακό βασιλιά και την επόμενη μέρα φυλακίστηκε στο ίδιο κελί και ο ίδιος ο βασιλιάς,
από τους υπηκόους του που δεν αντέχαν άλλο την τυρανία του. Οι δυο τους συνέχισαν να μαλώνουν μέσα στη φυλακή για πολλά πολλά χρόνια...
Η Γη σταμάτησε να γυρίζει
Μια φορά κι έναν καιρό, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, η γη σταμάτησε να γυρίζει χωρίς να το καταλάβει κανείς.
Οι άνθρωποι συνέχισαν τις ασχολίες τους σαν να μην συνέβαινε τίποτε. Καθώς όμως περνούσαν οι ώρες, ο ήλιος δεν έβγαινε στην Δυτική πλευρά
του πλανήτη που ήταν νύχτα, και η νύχτα δεν ερχόταν στην Ανατολική πλευρά του πλανήτη που ήταν μέρα.
Όσοι ζούσαν στην σκοτεινή πλευρά έπεσαν σε ύπνο βαθύ, και δεν μπορούσαν να ξυπνήσουν για μέρες. Κι αν καμιά φορά ξυπνούσε κανείς, έβλεπε
σκοτάδι και ξανακοιμόταν. Όλες οι δραστηριότητες είχαν σταματήσει. Οι φουρνάρηδες δεν έβγαζαν ψωμί αφού κοιμόντουσαν. Το ίδιο και οι
μανάβηδες και οι ζαχαροπλάστες. Τα σκουπίδια δεν τα μάζευε κανείς, τα μαγαζιά όλα 'εκλεισαν όπως και τα νοσοκομεία.
Οι οδηγοί κι αυτοί με τη σειρά τους το έριξαν στον ύπνο και οι πόλεις ερήμωσαν.
Στην άλλη πλευρά της γης, η ζωντάνια και η ενεργητικότητα ήταν ολοφάνερη παντού. Κανείς δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όλοι δούλευαν ασταμάτητα.
Όλα τα παιδιά βγήκαν στα πάρκα και τις πλατείες και έπαιζαν με χαρά. Τα ποδήλατα γέμισαν τους δρόμους και μπάλες ξεπηδούσαν από παντού.
Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα και τα παιδιά έπαιζαν ευτυχισμένα. Χωρίς σχολείο, χωρίς να σκοτίζονται παρά μόνο για το επόμενο παιχνίδι τους.
Κυνηγητό, κρυφτό, μήλα, χώρες, ποδόσφαιρο, μονομαχίες με κάρτες, κούνια, τραμπάλα, τσουλήθρα ξανά και ξανά.
Ώσπου μετά από μερικές βδομάδες, άρχισαν τελικά να κουράζονται.
Η έλειψη φαγητού και ύπνου έκανε τα παιδιά να αρχίσουν να ανησυχούν. Έτσι, παρακάλεσαν τους φίλους τους τα σκυλάκια να τους βοηθήσουν.
Τα σκυλάκια με τη σειρά τους παρακάλεσαν τις αλεπούδες και τα ελάφια κι αυτά με τη σειρά τους παρακάλεσαν τα πουλιά. Τα πουλιά αποφάσισαν
να στείλουν τα μεγαλύτερα και τα δυνατότερα στον ήλιο να του μιλήσουν. Αετοί και γεράκια πλησίασαν τον ήλιο και τον παρακάλεσαν αν μπορεί να
ξανακάνει τη γη να γυρίζει. Ο ήλιος τους είπε κοφτά πως αυτό είναι αδύνατον και τους ξαναέστειλε πίσω. Απογοητευμένα και κουρασμένα από το ταξίδι
τα πουλιά γύρισαν πίσω. Τυχαία συνάντησαν μια σοφή κουκουβάγια που όταν άκουσε το πρόβλημά τους, τους είπε να πάνε στον ήλιο και να του
ζητήσουν αν μπορεί να αρχίσει αυτός να γυρνάει γύρω από τη γη, ώστε το φως και η ζέστη να απλωθούν και πάλι σε όλο τον πλανήτη, που τόσο
το είχε ανάγκη. Τα πουλιά ξαναπήγαν και παρακάλεσαν τον ήλιο για δεύτερη φορά.
Ο ήλιος σκέφτηκε για λίγο και τους είπε πως για αντάλαγμα ήθελε να φάει ένα μεγάλο παγωτό χωνάκι με γεύση φράουλα, αφού δεν είχε φάει
παγωτό ποτέ. Πάντοτε έβλεπε από ψηλά τα παιδιά να απολαμβάνουν το παγωτό τους στις παραλίες και ζήλευε. Αν του έφερναν ένα μεγάλο παγωτό,
θα μπορούσε να κάνει κάποιες στροφές όπως του ζήτησαν. Τα πουλιά επέστρεψαν και μετάδωσαν τα νέα και σ' όλους τους άλλους.
Οι εργασίες άρχισαν πυρετωδώς. Παιδιά και ζώα άρχισαν να μαζεύουν χωνάκια και γρανίτες και να φτιάχνουν το πιο γιγάντιο παγωτό που φτιάχτηκε
ποτέ. Μετά από πολλές μέρες κοπιαστικής εργασίας, το τελείωσαν και το πρόσφεραν στον ήλιο. Αυτός, αφού απόλαυσε το παγωτό του, άρχισε
αργά-αργά να κινείται γύρω από τη γη, φωτίζοντας και ζεσταίνοντας παντού. Οι άνθρωποι στη σκοτεινή πλευρά ξύπνησαν και άρχισαν με χαρά
να εργάζονται και πάλι. Η ζωή σε όλο τον πλανήτη ξαναβρήκε και πάλι τους ρυθμούς της, ώσπου μια μέρα ο ήλιος ξαναέμεινε ακίνητος.
Απορημένα τα ζώα και τα πουλιά ξαναέστειλαν την ομαδά τους στον ήλιο να δουν τι συμβαίνει.
- Είμαι πολύ κουρασμένος και ιδρωμένος από τις σβούρες, τους είπε. Για να συνεχίσω θα πρέπει να μου φέρετε μια μεγάλη γρανίτα φράουλα!
Τι να κάνουν τα καϋμένα, ξαναγύρισαν στη γη απογοητευμένα.
- Που να βρούμε άλλες φράουλες μονολόγησε ένας αετός. Τις χρησιμοποιήσαμε όλες για το παγωτό.
Η σοφή η κουκουβάγια που άκουσε το πρόβλημά τους, τους είπε με σοφία.
- Φέρτε μου τους καλύτερους ζωγράφους του κόσμου να τους μιλήσω.
Αφού ο ήλιος έχει αδυναμία στις φράουλες, θα του δώσουμε αυτό που λαχταρά,
είπε με πονηριά. Θα χρειαστώ ακόμη πολλά πινέλα, μπογιές σε αποχρώσεις φουξ,
και πολλά αρωματικά, ξέρετε με τι γεύση... Οι αετοί και τα γεράκια σκορπίστηκαν
σε όλη τη Γη και σε λίγες ώρες έφεραν στην πλάτη τους τους πιο διάσημους ζωγράφους.
Η κουκουβάγια τους πήρε παράμερα και τους μάζεψε σε κύκλο να τους μιλήσει.
Αφού τους εξήγησε το πρόβλημα τους σιγοψιθύρισε χαμηλόφωνα
το σχέδιό της. Όλοι κούνησαν τα κεφάλια τους με ικανοποίηση και πιάσαν αμέσως δουλειά.
Μετά από μια βδομάδα, ο ήλιος ξύπνησε ένα πρωί και άνοιξε τα μάτια του νυσταγμένος. Κοίταξε βαριεστημένα προς τη Γη και άνοιξε τα μάτια του
διάπλατα από την έκπληξη που αντίκρυσε. Στη θέση του βουνού που αντίκρυζε κάθε πρωί, υπήρχε μια γιγάντια φράουλα. Πιο κάτω, ανάμεσα στα βουνά,
στη θέση που κάποτε έτρεχαν τα νερά του ποταμού, τώρα κυλούσε λαχταριστή γρανίτα φράουλα. Έτριψε τα μάτια του απορημένος, τα έκλεισε και τα
ξανάνοιξε γρήγορα. Ναι, ήταν όλα εκεί μπροστά του, αληθινά, υπέροχα. Οι πρώτες μυρωδιές φτάσαν στη μύτη του. Μυρωδιές που δεν είχε ξαναμυρίσει.
Μυρωδιές από σιρόπια και χυμούς, παγωτά και γρανίτες, μιλκ σεϊκ και τούρτες. Και όλες μύριζαν φράουλα. Τα σάλια του άρχισαν να τρέχουν,
και η λαχτάρα του για να τα δοκιμάσει γιγαντώθηκε. Γύρω από τα βουνά, όλα τα δέντρα είχαν το σχήμα και το χρώμα της φράουλας. Το ίδιο σχήμα
και χρώμα είχαν και οι ταράτσες των σπιτιών. Ένα χρώμα που εξαπλωνόταν όσο έβλεπε το μάτι. Πιο πίσω, στα χωράφια και τους κάμπους το ίδιο.
Ο ήλιος άρχισε να γυρνάει γύρω από τη γη προσπαθώντας να φτάσει τις φράουλες. Μάταια όμως. Το μόνο που κατάφερνε ήταν να γυρνάει γύρω - γύρω.
Ο ενθουσιασμός του όμως ήταν μεγάλος και η ταχύτητα που περιφερόταν γύρω από τη γη ακόμη μεγαλύτερη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα σε όλα τα μέρη
της γης, να αλλάζει η νύχτα και η μέρα μέσα σε λίγες ώρες. Ξυπνούσαν τα παιδιά να πάνε στο σχολείο και σε 2-3 ώρες έπεφτε η νύχτα. Έτσι
αναγκάζονταν να διακόψουν το μάθημα και να ξαναπάνε σπίτι για να κοιμηθούνε. Που όμως να τους πιάσει ο ύπνος, με τη διάθεση που είχαν για
παιχνίδι! Ξεκινούσαν οι οικογένειες να πάνε στη θάλασσα για μπάνιο με το αμάξι τους και μέχρι να φτάσουν, ο ήλιος έφευγε ξαφνικά και ο τόπος
σκοτείνιαζε και πάγωνε. Ξάπλωναν το βράδυ οι μπαμπάδες και οι μαμάδες κουρασμένοι να κοιμηθούν, και φώτιζε απότομα ο ουρανός, λες και κάποιος είχε
ανάψει τα πιο δυνατά φώτα του ουρανού! Ξανάφευγαν από το σπίτι τους οι καϋμένοι για δουλειά με τα μάτια πρησμένα από την αυπνία.
Ε, δεν πήγαινε άλλο αυτή η κατάσταση. Τον πρώτο καιρό δεν άλλαζαν οι μέρες και οι νύχτες και τώρα άλλαζαν τόσο γρήγορα που ο κόσμος
είχε ζαλιστεί. Ο ήλιος συνέχιζε το κυνήγι της φράουλας ασταμάτητα. Έπρεπε κάτι να κάνουν.
Μαζεύτηκαν λοιπόν οι αρχηγοί όλων των κρατών σε έκτακτο συμβούλιο, και αφού πέρασαν 3 μέρες καβγάδων και διαφωνιών,
δεν κατάφεραν να βρουν κάποια λύση. Εξάλλου, αν εξαφάνιζαν τις φράουλες, όπως πρότειναν μερικοί, θα είχαν και πάλι τη στασιμότητα του ήλιου.
Έτσι απευθύνθηκαν στα παιδιά. Ήταν η τελευταία τους ελπίδα.
Τα εξυπνότερα παιδιά από όλα τα δημοτικά σχολεία του κόσμου μαζεύτηκαν και άρχισαν τη συζήτηση.
Και η λύση ήταν απλή. Έπρεπε να βρουν ένα τρόπο να κάνει ο ήλιος το γύρο της γης, αλλά σε συγκεκριμένο χρόνο ώστε να ξαναβρεθούν οι ισσοροπίες
του φωτός και του κλίματος. Σε χρόνο που αυτοί οι ίδιοι θα όριζαν. Έφτιαξαν λοιπόν ένα γιγάντιο αερόστατο σε σχήμα φράουλας και το άλειψαν με
τα καλύτερα μυρωδικά του κόσμου. Το έδεσαν σε ένα αεροπλάνο κι αυτό ξεκίνησε την πτήση του γύρω από τη γη, κάνοντας ακριβώς 24 ώρες!
Ο ήλιος το ακολούθησε φυσικά, μαγεμένος από το χρώμα και τη μυρωδιά. Όλα τα πράγματα πάνω στη γη διορθώθηκαν και η ζωή των ανθρώπων
ξαναβρήκε τους φυσιολογικούς της ρυθμούς. Κι όλα αυτά χάρη στα παιδιά!


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χελώνα που την έλεγαν Ζίλντα. Ήταν η πιο αργή χελώνα του κόσμου. Ακόμη και τα σαλιγκάρια την περνούσαν όταν
έκανε βόλτες στο δάσος! Μια μέρα αποφάσισε να ανέβει στην κορυφή του ψηλότερου βουνού που βρισκόταν δίπλα στο δάσος. Ξεκίνησε λοιπόν την
πορεία της χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα. Εκεί που περπατούσε αργά-αργά, την ρωτάει ένας σκίουρος που περνούσε από δίπλα,
- Εεε, κυρά χελώνα, για που το βαλες έτσι βιαστικά;
- Πηγαίνω στην κορυφή του βουνού, στο πιο ψηλό σημείο!
- Και γιατί παρακαλώ θέλεις να ανέβεις εκεί πάνω; Ρώτησε ο σκίουρος απορημένος.
- Δεν μπορώ να σου πω κυρ σκίουρε του απάντησε η Ζίλντα και συνέχισε την πορεία της.
Σε λίγη ώρα το νέο διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, σε όλο το δάσος. Το ένα ζώο μετά το άλλο περνούσαν από δίπλα της και τη ρωτούσαν με απορία.
- Μα πες μας κυρά χελώνα, τι δουλειά έχεις εσύ πάνω στην κορυφή; Ξέρεις πόσο καιρό θα κάνεις για να φτάσεις; Αν καταφέρεις να φτάσεις ποτέ.
- Ααα, λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να σας πω! Θα το μάθετε όταν ανέβω, είπε και συνέχισε τη δύσκολη πορεία της.
Άρχισαν αμέσως τα κουτσομπολιά και όλοι έκαναν υποθέσεις για το τι θα έκανε η χελώνα όταν έφτανε στην κορυφή. Άλλοι έλεγαν ότι απλά ήθελε
να θαυμάσει τη θέα. Άλλοι, ότι έψαχνε για ένα μαγικό λουλούδι που θα την έκανε να περπατάει πιο γρήγορα. Κάποιοι είπαν ότι έψαχνε για το
ταίρι της. Κανείς δεν ήξερε με σιγουριά. Ξεκίνησαν λοιπόν να στοιχηματίζουν μεταξύ τους για το ποιός είχε δίκιο. Φυσικά τα στοιχήματά που έβαζαν
ήταν σε προϊόντα που ήταν πολύτιμα για το κάθε ζώο. Εκατό φουντούκια θα κέρδιζε ο σκίουρος, πέντε κιλά μέλι θα κέρδιζε η αρκούδα, πεντακόσια
πλατανόφυλλα θα κέρδιζε το ελάφι και η λίστα συνεχιζόταν. Η αγωνία στο δάσος άρχισε να κορυφώνεται. Αφού πέρασαν δύο ημέρες και η χελώνα
ήταν ακόμη στους πρόποδες του βουνού, κάποια ζώα άρχισαν να στοιχηματίζουν και για το πόσο καιρό θα έκανε η χελώνα να φτάσει στην κορυφή.
Οι περισσότεροι υπολόγιζαν πως θα κάνει δέκα με είκοσι μέρες. Μερικοί όμως υποστήριζαν πως θα κάνει πάνω από ένα μήνα, ίσως και δύο!
Η χελώνα εντωμεταξύ, συνέχιζε τη δύσκολη πορεία της χωρίς να ασχολείται με τίποτα από όλα αυτά που συνέβαιναν γύρω της. Προσπαθούσε να
ξεπεράσει τα φυσικά εμπόδια όποια κι αν ήταν αυτά. Επιθετικά ζωύφια και φίδια, παγωνιά τη νύχτα και καυτός ήλιος την ημέρα, αρπακτικά πουλιά,
ήταν μόνο κάποιοι από τους κινδύνους που έκρυβε το γιγάντιο βουνό. Σ' αυτό το δύσκολο τοπίο ήρθαν να προστεθούν και κίνδυνοι που η Ζίλντα δεν
τους είχε υπολογίσει. Κάποια ζώα πονηρά, που είχαν συμφέρον να την καθυστερήσουν για να κερδίσουν το στοίχημα ή που πόνταραν ότι δεν θα
φτάσει ποτέ, συνεργάστηκαν με άλλα για αυτόν το σκοπό. Της έστειλαν σκορπιούς, της έστειλαν φίδια, σαύρες και δηλητηριώδεις αράχνες.
Αλλά η χελώνα δεν έχανε το κουράγιο της. Όποτε έβλεπε τα δύσκολα, κλεινόταν στο καβούκι της και προσπαθούσε να προφυλαχτεί.
Μετά από μία βδομάδα, πολλά από τα ζώα έχασαν το ενδιαφέρον τους και άρχισαν να ασχολούνται και πάλι με τις ασχολίες τους. Όχι όμως
και ο Βρόχαν, ο μεγαλύτερος και πιο μοχθηρός αετός της περιοχής που είχε στοιχηματίσει στην αποτυχία της. Το κέρδος του θα ήταν μεγάλο, αφού
θα αποκτούσε κυριαρχία σε περιοχές που ανήκαν σε άλλους αετούς. Έτσι, περίμενε υπομονετικά μέχρι να ανέβει η χελώνα σε κάποιο ύψος και τότε
την γάντσωνε με τα μεγάλα νύχια του, την σήκωνε ψηλά και την πετούσε πάλι χαμηλά στους πρόποδες. Όταν η καϋμένη η χελώνα μετά από λίγες μέρες
ξαναανέβαινε λίγο πιο πάνω, την ξαναέπιανε και την ξαναπετούσε χαμηλά. Αυτό το βάσανο συνεχίστηκε για αρκετές εβδομάδες με σκοπό να κάνει
τη Ζίλντα να χάσει το κουράγιο της. Μέχρι που έγινε αντιληπτός και από άλλους αετούς. Την ώρα που ο Βρόχαν κοιμόταν, την έπιαναν οι αετοί και
την ανέβαζαν πιο ψηλά. Την άλλη μέρα ο Βρόχαν την κατέβαζε και πάλι και τη νύχτα την ανέβαζαν οι υπόλοιποι αετοί. Στο τέλος, και αφού
κουράστηκε από αυτήν την κατάσταση, η Ζίλντα άλοιψε με λάδι όλο το καβούκι της. Έτσι μάταια προσπαθούσαν να την πιάσουν, αφού τα νύχια τους
γλιστρούσαν στο λάδι.
Μετά από πολλούς μήνες και αφού όλοι στο δάσος είχαν ξεχάσει πια τη χελώνα, η Ζίλντα είχε σχεδόν πια φτάσει στην κορυφή.
Τυχαία την είδε ένας αετός και ειδοποίησε και τους άλλους. Το νέο διαδόθηκε αμέσως σε όλο το δάσος και όλα τα ζώα σκαρφάλωσαν στην κορυφή
για να δουν με μεγάλη περιέργεια επιτέλους τι είχε σκοπό να κάνει η χελώνα. Εκείνη κοντοστάθηκε για λίγο κοίταξε γύρω της και ξαφνικά κι ενώ όλοι
περίμεναν να θαυμάσει έστω και για λίγο την καταπληκτική θέα, εκείνη χώθηκε μέσα στο καβούκι της. Προχώρησε μέχρι την άκρη της κορυφής,
και αμέσως έδωσε μια απότομη ώθηση στον εαυτό της και ...
... άρχισε να κατρακυλάει με ορμή προς τα κάτω!
Παραξενεμένοι παρακολουθούσαν όλοι οι θεατές αυτήν την ξέφρενη πορεία της χελώνας προς τα κάτω, που κατρακυλούσε και στροβιλιζόταν,
ενω ταυτόχρονα έβγαζε κραυγές ευχαρίστησης και επιφωνήματα χαράς.
- Γιούπιιιιι, ναι, ζήτωωωωω ...
Η διαδρομή μέχρι κάτω κράτησε περίπου δυο λεπτά, αλλά ήταν τα καλύτερα λεπτά της ζωής της. Για πρώτη φορά ένιωσε όπως νιώθει ένα πουλί
όταν πετάει ή ένα άλογο που τρέχει στα λιβάδια. Επιτέλους ένιωσε το συναίσθημα της ελευθερίας που πάντα ονειρευόταν.
Από εκείνη τη μέρα και μετά, κατά τη διάρκεια της μέρας, περαστικά πουλιά την σήκωναν και την ανέβαζαν στην κορυφή του βουνού, μόνο και
μόνο για να την βλέπουν πως διασκεδάζει κατά την πτώση. Και φυσικά η Ζίλντα δεν χόρταινε να κάνει τη διαδρομή ξανά και ξανά και ξανά ...




Παραμυθάκια (δωρεάν)
έτσι για καληνύχτα...